ΤΑ ΣΥΜΠΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ

Η κύρια σημασία της λέξης είναι συγκέντρωση ανθρώπων που πίνουν μαζί.

Συμπόσια στην αρχαία Αθήνα, έκαναν σε οικογενειακές γιορτές, σε γιορτές της πόλης ή όταν συνέβαινε κάτι που άξιζε να το γιορτάσουν, όπως διάφορες επιτυχίες, νίκες σε αθλητικούς και ποιητικούς αγώνες, ο ερχομός ή η αναχώρηση ενός φίλου. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου πρώτα ικανοποιούσαν την πείνα τους με το καθεαυτό γεύμα και μετά που ήταν και το κυρίως συμπόσιο έπιναν ποτά, κυρίως κρασί. Όσο έπιναν διασκέδαζαν με διάφορους τρόπους, συζητήσεις, πνευματικά παιχνίδια, μουσική, θεάματα, χορούς.

Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα, θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα σανδάλια με τα οποία βάδιζαν στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια.

Η συνήθεια να τρώει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ’ όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν χαμηλά τραπεζάκια, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά.

‘Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα “φαγητό των φτωχών” και γι’ αυτό σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμούς.
Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μας τη μετέφερε ο Αριστοφάνης: “… χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές”.

Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι.

Σ’ αυτό το μέρος του φαγητού συνήθως δεν έπιναν κρασί. Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα με επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή “υγίαινε” και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος.

Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον. Τώρα έπιναν και το κρασί.
Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί.

Κων/νος Σουλιώτης