ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ!10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1944

Στη μαρτυρική πόλη του Διστόμου διαπράχθηκε το 1944 ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των Γερμανών, οι οποίοι τυφλωμένοι από το ναζιστικό τους πάθος, ξεκλήρισαν ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Από το μένος τους δεν γλίτωσαν ούτε παιδιά.

Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 μια γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχοβα, με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών. Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν όλοι μαζί προς το Στείρι…

Σαν δόλωμα, οι Γερμανοί είχαν δύο επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά με άνδρες τον SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, οι οποίοι προηγούνταν της φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Αμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι Γερμανοί δεν εντόπισαν αντάρτες. Συνάντησαν μόνο 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από αυτά. προσπάθησαν να δραπετεύσουν κι εκτελέστηκαν.

Φτάνοντας στη θέση ΚαταβόΟρα, οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Έγινε σκληρή μάχη που κράιηοε μέχρι το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση. Μετά από αυτό, οι Γερμανοί επεστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν.

Η ΣΦΑΓΗ

Από το μακελειό, δεν γλύτωσαν ούτε, γυναικόπαιδα σύτε ηλικιωμένοι. Με απίστευτη αγριότητα, αποκεφάλισαν ανθρώπους, εκτέλεσαν βρέφη, βίασαν γυναίκες. Από το χωριό έφυγαν μόλις νύχτωσε αλλά πριν φύγουν έκαψαν όλα τα σπίτια. Επιστρέφοντας στη βάση τους, σκότωναν όποιον συναντούσαν στο δρόμο τους.

Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσα τους 53 παιδιά (τα 20 βρέφη|. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ελβετού Coorgc Wchrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά από λίγες μέρες, μιλούσε για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή αφού όπως μετέδωσε είδε πτώματα να κρέμονται ακόμα και από δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Στις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν. Εκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου. Ευτυχώς δεν υπήρξαν θύματα καθώς οι κάτοικοι είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Δίστομου. επειδή, όπως ανέφερε, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου κατάφερε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής. Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στην Ελλάδα και προφυλακίστηκε.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, λέγοντας ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζαμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση και δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα να λογοδοτήσει.

ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΠΕΖΗΙΑΝ

Αντίκρισα στο σπίτι την αδελφή μου ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το φουστάνι της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω και σκέπαζε το σχισμένο και κομματιασμένο στήθος της, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο, όλο το σώμα της κατακομματιασμένο.

Μα το χειρότερο και φρικαλεότερο θέαμα ήταν, όταν από τη στάση του σώματός της κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν βιάσει το άψυχο κορμί της. Δίπλα της βρισκόταν το τεσσαρων μηνών κοριτσάκι της λογχισμένο. με σπασμένο το κεφαλάκι του, και στο στόμα του είχε τη ρώγα του στήθους της μάνας του που είχαν κόψει εκείνοι οι κανίβαλοι. Το άλλο κοριτσάκι της, η 6χρονη Ελένη, βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού μέσα σε μια λίμνη αίματος με βγαλμένα τα σπλάχνα του. Το είχαν ξεκοιλιάσει με μαχαίρι. Το αγόρι της, ο 3χρονος Γιάννης, το βρήκα νεκρό στην αυλή με λιωμένο κεφάλι.

Την ημέρα της σφαγής από το πρωί κουβαλούσαμε σανό με τον πατέρα μου. Οι Γερμανοί με μια μεγάλη φάλαγγα αυτοκινήτων έφτασαν πριν το μεσημέρι, θυμάμαι πως έπιαναν το δρόμο Λιβαδειάς από λεύκες Καραστάμου (σήμερα αλευρόμυλος) ως το δικό μας σπίτι (μπροστά στο μνημείο της Δημαρχίας). Οι στρατιώτες περιφέρονταν γύρω από τα φορτηγά δίχως να χρησιμοποιούν τα όπλα τους.

Ο πατέρας μου με έστειλε με την μικρότερη αδελφή μου Λουκία, εφτά χρόνων, για κρεμμύδια ο’ ένα χωράφι μας έξω από το χωρίο. Στο γυρισμό βλέπω στο φυλάκιο του λόφου Κούλια τρεις Γερμανούς φρουρούς με τα όπλα προτεταμένα Ακούω να πέφτει μια ριπή δίχως να καταλάβω καλά – καλά και αμέσως δίπλα στο χωματόδρομο που βαδίζαμε σηκώθηκε κουρνιαχτός από το ανεμοβολητό
των βλημάτων.

Φτάσαμε στο σπίτι μας και βλέπω μπαίνοντας στην αυλόπορτα να κάθονται στο μπαλκόνι ο πατέρας μου και γύρω του κατάχαμα και στα σκαλιά δέκα με δεκαπέντε γυναίκες. Σε κάποια στιγμή υστέρα από το μεσημέρι ακούσαμε πυροβολισμούς από την τοποθεσία αγία Ειρήνη προς το Στείρι όπου είχαν τραβήξει τα μπροστινά αυτοκίνητα της γερμανικής φάλαγγας. Τότε ο πατέρας μου είπε στις γυναίκες: .

Φαίνεται πως έχουν πιάσει μάχη οι αντάρας με τους Γερμανούς. Δεν σηκώνεστε να πάτε στα σπίτια σας μήπως μας δουν πολλούς και μας ενοχοποιήσουν;·. Οι γυναίκες απάντησαν όλες μαζί τρομαγμένες: .Μπάρμπα Σπύρο εμείς ήρθαμε δω για να είμαστε πιο ασφαλισμένες. Δεν θέλουμε να πάμε σπίτια μας·. Και δεν το κούνησε καμιά. Μόνο η Παναγίου Σκούτα θύμωσε κι έφυγε. .Αργότερα μάθαμε πως δεν τη σκότωσαν οι Γερμανοί. Γλίτωσε.

Σε λίγο βλέπουμε ένα τζιπ με τραυματία να φεύγει προς τη Λιβαδειά. Οι Γερμανοί της σταματημένης φάλαγγας που ως εκείνη την ώρα ήταν ήσυχοι, άρχισαν να ανακατεύονται. να αγριεύουν, να δίνουν συνθήματα ο ένας στον άλλον και να κινούνται απειλητικοί. Τότε ο πατέρας μου μας προέτρεψε να κατεβούμε στο κατώι, να κλειστούμε και να περιμένουμε- Κατεβήκαμε κι αμπαρωθήκαμε. Έφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από το διπλανά Καλαματέϊκα σπίτια.

Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος. Μερικές γυναίκες κρύφτηκαν πλάι στα βαρέλια, άλλες στις γωνιές στις λαδίκες.
Βάλαμε και τον πρόσθετο σύρτη μάνταλο στην πόρτα. Έπεσε μια θανατερή ησυχία. Κάποια στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου να ζητάει βοήθεια: “Ωχ μπάρμπα Σπύρο. σώσε με!”. Έκλεγε και φώναζε. Ο πατέρας μου μόλις κατεβήκαμε στο κατώι είχε βάλει τυρί και αυγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε. κανάτι για να τα έχει ως φίλεμα για τους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν.

Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει: «Παναγούλα φέρε τα τρόφιμα». Ανοιξε την πόρτα και βλέπουμε τον Λουκά Ποπανικολάου να τρέχει κλαίγοντας και κρατώντας τον πληγωμένα του λαιμό και πίσω του ένα κοντό Γερμανό στρατιώτη με όπλο στη μασχάλη να τον κυνηγάει. Εμείς, ο πατέρας μου με το κρασί και τα ποτήρια, εγώ με τα τρόφιμα στα χέρια προχωρήσαμε στην αυλή ως τη μέση που ήταν το πηγάδι. Ο πατέρας μου σηκώνει τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραΰνει τον Γερμανό : “γκουι μπόυ» – εννοώντας το τραυματισμένο παιδί. Ο Γερμανός όμως άγριος έκανε νόημα να μπούμε στο κατώι, γρύλισε ένα .καπούτ· και αρνήθηκε τις προσφορές μας.

Εμείς υπακούσουμε. Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε καταπάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο πυροβολώντας παντού. Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε: “Αχ παιδιά μου! Σωστέ με!”

Αρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών Αλλες πάσχιζαν να χωθούν πίσω από τα βαρέλια, άλλες οε λαδίκες και γούρνες. Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στο άλλο, ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν – έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένα; και ρίχνει χαριστικές βολές.

Το κατώι είχε μια κολόνα στη μέση. Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ’ αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος 67 χρονών. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρονών. Η Μαριέττα Φιλίππου, γύρω στα 30. Ήταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά. Ο ανιψιός μου Στάθης γιος της αδερφής μου Γιοννούλας, 5 χρονών. Οι γάμπες του ήταν σχιομένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα. Η Δήμητρα Μαλάμου, 38 χρονών. με το γιο της Γιάννη. 8 χρονών. καθισμένη σε γσύρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού με κομμένα σαν με λεπίδα to καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα ατούς ώμους.

Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχιζε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας “Εϊ – Εϊ” για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. Μέσα σ’αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε κι έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού. Αρχιοε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί. Φυσούσε το κρασί κι ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος κα, κρασιού, μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μωροζώνιανοι.

Ο Γερμανός δραοκελιοε κι ανέβηκε στο πάνω σπίτι. Ακουσα ποδοβολητό και ύστερα κατέβηκε και έφυγε φαίνεται. Η μια από τις δυο αδερφάδες μου η Γεωργία βρισκόταν τραυματισμένη και καθώς κρύωναν τα τραύματα άρχισε να σκούζει. Είχε σκύψει σ’ ένα καδούλι για να γλιτώσει τις ριπές και την είχε γαζώσει ο Γερμανός στον αγκώνα και στο δεξί γοφό Σηκώνομαι και με δυσκολία την βγάζω στην αυλή. Βλέπω τη φοράδα μας σκοτωμένη και μια στοίβα κλήματα λαμπαδιασμένα, να βουίζει η φωτιά, να έχει αρπάξει ο φούρνος και οι φλόγες να απειλούν το σπίτι.

Η αδερφή μου έσκουζε γιατί τα κρέατα της κρέμονταν από χέρια και γοφούς και δεν μπορούσε να κρατήσει από τους πόνους. Δεν είχα βοήθεια από κανέαν. Μου λέει: “πάρε τον κουβά και σβήσε την φωτιά να μην καεί το σπίτι”. Εγώ δεκατριών χρόνων με μια ψυχραιμία που δεν μπορώ να την καταλάβω σήμερα, κατέβασα τη μηχανή από δεκαεφτά πέτρινα σκαλοπάτια σκαλί – σκαλί με το κεφάλι και τις πλάτες. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλό το σκυλί μας, ο Παρδάλης, ζυγώνει κλαίγοντας. Με πιάνει από to φουστάνι και με τραβάει. Φοβήθηκα μήπως με φάει γιατί ήμουν γεμάτη παγωμένα αίματα Τον έδιωχνα: “φύγε Παρδάλη!”·. Αυτός πήγε πιο πέρα, κάθισε στα πίσω πόδια και με το ένα μπροστινό μου έκανε νεύμα και με το άλλο σκούπιζε τα δάκρυα του.

Τότε η αδερφή μου, η Γεωργία λέει: “Πού είναι το κορίτσι η Λουκία μας; Πού έχει πάει η μικρή: Τρεξε. ψάξε να τη βρεις…·”. Το σκυλί μπροστά κι εγώ ακολουθώντας φθάσαμε ως την αυλόπορτα. Τι να δω! Η μικρή μας η Λουκία η εφτάχρονη ανάσκελα χτυπημένη στο μάτι με μια τρύπα βαθιά κατακίτρινη ααν ιο λεμόνι. Προσπαθώ να την πάρω στην αγκαλιά μου. Δεν μπορώ να τη σηκώσω. Την πιάνω από τις πλάτες και τη σέρνω σβαρνώντας την με δυσκολία μέσα από πολλά αγκαθόχορτα. Το σκυλί την πιάνει με το στόμα του απ’ το φουστάνι και με βοηθάει. Την σύραμε ως την αυλόπορτα του σπιτιού και αποκαμωμένη την άφησα εκεί. Δεν την ξαναείδα…».