Σαν σήμερα: Το 1943 αρχίζει η Μάχη του Κουρσκ, η μεγαλύτερη πολεμική αντιπαράθεση της ιστορίας με άρματα μάχης.

Διεξαγωγή της Μάχης
Έναρξη της επιθέσεως

Στις 2 Ιουλίου οι διοικητές των μετώπων πληροφορήθηκαν από τη Στάβκα, ότι η γερμανική επίθεση θα έπρεπε να αναμένεται σε οποιοδήποτε χρόνο μεταξύ 3ης και 6ης Ιουλίου.

Περίπου τα μεσάνυκτα προς την 5η Ιουλίου, ο Στρατάρχης Γ. Ζούκωφ διέταξε την εφαρμογή του σχεδίου αντιπροπαρασκευής. Ο βομβαρδισμός, που ήταν όχι μόνο απροσδόκητος (λίγες ώρες προ της ενάρξεως της επιθέσεως), αλλά και έντονος, διήρκεσε τέσσερις ώρες και επέφερε αναστάτωση στις γερμανικές δυνάμεις, που ήδη βρίσκονταν στους χώρους εξορμήσεως.

Οι Γερμανοί στρατιώτες, ενώ αντιμετώπιζαν το δυσοίωνο καταιγισμό του ρωσικού πυροβολικού και της αεροπορίας λάμβαναν το εξής προσωπικό μήνυμα του Αδόλφου Χίτλερ για την επίθεση: «Στρατιώτες του Ράιχ! Σήμερα θα λάβετε μέρος σε επίθεση, από την επιτυχία της οποίας εξαρτάται η έκβαση του πολέμου.

Περισσότερο από κάθε άλλο η νίκη σας θ’ αποδείξει, ότι η αντίσταση στην ισχύ της Wermacht είναι ουτοπία…».

Η γερμανική επίθεση άρχισε συγχρόνως περίπου στον τομέα του Ορέλ και του Χάρκοβ. Παρουσίαζε πλέον τα χαρακτηριστικά του Blietzkrieg (Αστραπιαίου Πολέμου), χωρίς κάποια αλλαγή ή πρωτοτυπία, εκτός από την αυξημένη ισχύ των τεθωρακισμένων δυνάμεων, που λάμβαναν μέρος: κάθετες εφορμήσεις των Στούκας, βραχείς (30 δευτερολέπτων) και έντονοι βομβαρδισμοί πυροβολικού, μάζες αρμάτων συνοδευόμενες από πεζικό.

Ενώ το υπέρτερο ρωσικό πυροβολικό, επαναλαμβάνοντας τη δράση του ανέσκαπτε το έδαφος, κατά τις μεσημβρινές περίπου ώρες εμφανίσθηκε το πρώτο κύμα γερμανικών αρμάτων διά μέσου των σιταγρών, κατευθυνόμενο προς τις εκδηλωθείσες προωθημένες ρωσικές αντιστάσεις.

Τα κινούμενα εμπρός βαρέα άρματα των γερμανικών τεθωρακισμένων σφηνών («Panzerkeil») αντιμετώπισαν επιτυχώς το φραγμό του ρωσικού πυροβολικού, τα ναρκοπέδια, καθώς και το πυρ των αντιαρματικών, και διείσδυσαν σε μεγάλο βάθος στις αμυντικές τοποθεσίες με επουσιώδεις ζημιές.

Αντίθετα, η κατάσταση πίσω απ’ αυτά τα άρματα, στη βάση των τεθωρακισμένων σφηνών, δεν ήταν εξίσου ικανοποιητική. Τα άρματα «Μαρκ ΙΙΙ» και «ΙV» – και μάλιστα τα τύπου «Πάνθηρ» – αποδείχθηκαν λιγότερο απρόσβλητα. Πολλά απ’ αυτά ενέπεσαν στα πυκνά ναρκοπέδια και ακινητοποιήθηκαν, ενώ άλλα, προσβαλλόμενα από τα πλευρά ή από τα νώτα (κυρίως τα «Πάνθηρ»), αναφλέγονταν.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι σφήνες αποδιοργανώθηκαν και το πεζικό που ακολουθούσε καθηλωνόταν, επειδή δεν υποστηριζόταν επαρκώς. Επίσης, υπερβαίνοντας τα τεθωρακισμένα, θεριζόταν από τα πυρά των πολυβόλων.

Τα τεράστια «Πόρσε-Φέρντιναντς» και τα «Τίγρις-Χένσελ», θανάσιμα αποτελεσματικά στον αγώνα τους κατά των περίφημων ρωσικών αρμάτων «Τ34», καθώς και των οργανωμένων θέσεων των ρωσικών πυροβόλων, μόλις απέμεναν μόνα τους, καταστρέφονταν ευχερώς από τις ομάδες «καταστροφέων αρμάτων» του ρωσικού πεζικού, επειδή δεν διέθεταν δευτερεύοντα οπλισμό για την αυτοπροστασία τους.

Πριν σκοτεινιάσει, η ορατότητα ήταν μηδαμινή λόγω της σκόνης, του καπνού των εκρήξεων και του πετρελαίου των καιόμενων αρμάτων. Οι «γρεναδιέροι» (δηλαδή οι πεζοί) των τεθωρακισμένων μεραρχιών και οι σκαπανείς με τόλμη και αποφασιστικότητα κινήθηκαν προς τα εμπρός για την εκκαθάριση των φωλεών αντιστάσεως και τη διάνοιξη διαδρόμων στα ναρκοπέδια, για τη συνένωση του όγκου των μεραρχιών με τα εμπρός βαρέα άρματα, που με τους ασυρμάτους καλούσαν συνεχώς προς βοήθεια.

Εξέλιξη του Αγώνα

Τομέας Ορέλ

Παρά τις πέντε γερμανικές επιθέσεις, δεν επιτεύχθηκε την πρώτη ημέρα διάρρηξη σε βάθος. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν και την επομένη με πείσμα και οι Ρώσοι, για να αποφύγουν τη διάσπαση της αμυντικής ζώνης των εμπρός στρατιών (13ης και 70ής), αναγκάσθηκαν να εμπλέξουν αμέσως στον αγώνα τη 2η Τεθωρακισμένη Στρατιά, εφεδρεία του Κεντρικού Μετώπου ενισχυμένη με ένα ανεξάρτητο σώμα τεθωρακισμένων (1ο Σώμα Αρμάτων).

Οι Γερμανοί, μετά από σκληρό αγώνα εναντίον υπέρτερων δυνάμεων, κατόρθωσαν μέχρι τις 9 Ιουλίου, υποστηριζόμενοι από την αεροπορία τους, να διεισδύσουν προς Πονιρύ, σε απόσταση 18 χιλιομέτρων από την γραμμή εξορμήσεως.

Οι Ρώσοι εξαπέλυαν συνεχείς αντεπιθέσεις και η περαιτέρω προώθηση των Γερμανών αναχαιτίσθηκε. Επίμονη προσπάθεια που καταβλήθηκε για να διευρυνθεί το ρήγμα, το οποίο είχε επιτευχθεί μέχρι τότε, πλάτους 10 χλμ., απέτυχε προ των οχυρωμένων θέσεων, σε απόσταση 10 χλμ. νοτιοδυτικά του Πονιρύ.

Οι προσπάθειες των Γερμανών στο Αριστερό σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη αποτυχία προ του Μάλο Αρχαγκέλσκ. Ο Στρατάρχης Μόντελ αντιμετώπιζε την επανάληψη της επιθέσεως από τις 12 Ιουλίου, χρησιμοποιώντας τις ακόμη διαθέσιμες εφεδρείες του. Δεν πρόλαβε όμως να πραγματοποιήσει τις προθέσεις του.

Στις 11 Ιουλίου, στον τομέα της γειτονικής 2ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς, εξαπολύθηκε από τους Ρώσους ευρεία επίθεση προς την κατεύθυνση του Ορέλ, χωρίς τη συνήθη μακρά προπαρασκευή πυροβολικού, η οποία, αφού αιφνιδίασε την Ομάδα Στρατιών του Κέντρου, σημείωσε ταχέως σημαντική πρόοδο.

Στη ρωσική επίθεση (επιχείρηση «Κουτούζωφ») συμμετείχαν οι δυνάμεις του Μετώπου του Μπριάνσκ (του Στρατηγού Ποπώφ) 3η, 61η και 63η Στρατιές, καθώς και η 11η Στρατιά της Φρουράς (του Στρατηγού Μπαγκραμιάν) του Δυτικού Μετώπου.

Αυτή η επικίνδυνη κατάστασ
η στο Ορέλ ανάγκασε την Ομάδα Στρατιών Κέντρου (Στρατάρχης Κλούγκε) στις 12 Ιουλίου να διακόψει την περαιτέρω επίθεση της 9ης Στρατιάς προς το Κουρσκ και να αποσύρει ταχυκίνητες δυνάμεις απ’ αυτή για τη συγκράτηση της ρωσικής επιθέσεως.

Τομέας Χάρκοβ – Μπέλγκοροντ

Η διείσδυση, μέσω του ισχυρού συστήματος οχυρώσεως των Ρώσων, αποδείχθηκε δυσχερής ενέργεια και για το Απόσπασμα Στρατιάς Κέμπφ. Το 11ο Σώμα Στρατού δεν κατόρθωσε να φθάσει στο ρεύμα του ποταμού Κορόντσα, ενώ το 3ο Τεθωρακισμένο Σώμα καθηλώθηκε σε απόσταση 18 χλμ. από τον ποταμό Ντόνετς. Κατόπιν επεμβάσεως του Στρατάρχη Μανστάιν, τα δύο σώματα του Αποσπάσματος επανέλαβαν την επίθεση τους και μέχρι τις 11 Ιουλίου βρίσκονταν στους αντικειμενικούς σκοπούς.

Στον άξονα επιθέσεως της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς οι γρεναδιέροι τη νύκτα 3/4 Ιουλίου κατόρθωσαν, μετά από ηρωικές προσπάθειες να εκκαθαρίσουν τις απομένουσες – μετά την επίθεση των τεθωρακισμένων – ρωσικές αντιστάσεις και οι τεθωρακισμένες μεραρχίες του 48ου Σώματος (3η, «Μεγάλη Γερμανία» και 11η) κινήθηκαν σε βάθος 15 χλμ. από τη γραμμή εξορμήσεως. Περαιτέρω προώθησή τους μέχρι τις 8 Ιουλίου κατέστη αδύνατη, λόγω κυρίως της εκχειλίσεως του προ αυτών χειμάρρου κατόπιν νεροποντής.

Στο δεξιό του 48ου Τεθωρακισμένου Σώματος οι τεθωρακισμένες μεραρχίες του 1ου Σώματος των S.S. είχαν εισχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς όμως να πετύχουν τη συνένωση των ρηγμάτων, τα οποία δημιουργήθηκαν επιμέρους.

Οι Ρώσοι προέβησαν από τις 6 Ιουλίου στην ενίσχυση των εμπρός στρατιών (6ης και 7ης Στρατιών της Φρουράς) με την εφεδρεία του Μετώπου του Βορονέζ (1η Τεθωρακισμένη Στρατιά, 2ο και 5ο Τεθωρακισμένα Σώματα) και εξαπέλυσαν συνεχείς αντεπιθέσεις.

Παρ’ όλα αυτά η 4η Τεθωρακι
σμένη Στρατιά (Στρατηγός Χοθ) συνέχισε την περαιτέρω προώθηση των δυνάμεών της προς την κατεύθυνση της πόλεως Ομπόγιαν και στις 10 Ιουλίου, κατόπιν σκληρών αγώνων, έφθασε σε βάθος 35 χλμ. από τη γραμμή εξορμήσεως.

Το πρωί της 10ης Ιουλίου ο Στρατηγός Χοθ, αφού συνεννοήθηκε με το Στρατάρχη Μανστάιν, πληροφόρησε τους διοικητές των δύο σωμάτων τεθωρακισμένων, Στρατηγό Κνόμπελσντορφ (48ου Τεθ. Σώματος Στρατού) και Χάουζερ (1ου Τεθ. Σώματος των S.S.), ότι έπρεπε να εκκαθαρίσουν το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί (με πυροβόλα εφόδων και γρεναδιέρους) και να συγκεντρώσουν όλα τα χρησιμοποιήσιμα άρματα.

Από τις 12 Ιουλίου θα γινόταν μια τελευταία αποφασιστική προσπάθεια η οποία, όπως ήλπιζε, θα κατέληγε στο να διασπασθεί η άμυνα των Ρώσων. Στην επίθεση αυτή θα μετείχαν υπό τις διαταγές του και τα άρματα του Αποσπάσματος Κεμπφ, που μπορούσαν να κινηθούν.

Η Μεγάλη Αρματομαχία

Από την επομένη, οι Τεθωρακισμένες Γερμανικές Μεραρχίες (εκτός από τη Μεραρχία «Totecampf», που είχε ακόμη στενή εμπλοκή) κατόρθωσαν να συγκεντρωθούν στον χώρο που είχε γι΄αυτό το σκοπό εκκαθαρισθεί και επιδίδονταν δραστήρια στην ανασυγκρότηση των δυνάμεων, ενόψει της αποφασιστικής επιθέσεως, που είχε καθορισθεί για την επομένη.

Στο μεταξύ η Ρωσική Στρατιωτική Ηγεσία, επειδή προαισθανόταν ότι η κρίση πλησίαζε, προώθησε προς τον τομέα της 4ης Γερμανικής Τεθωρακισμένης Στρατιάς (περιοχή Ομπόγιαν – Προχορόφκα) δύο επίλεκτες στρατιές του Μετώπου της Στέππας (την 5η Στρατιά Τεθωρακισμένων και την 5η Στρατιά Πεζικού). Η διακοπή της επιθέσεως της 9ης Γερμανικής Στρατιάς επέτρεπε τη συγκέντρωση όλων των τεθωρακισμένων δυνάμεων των Μετώπων Βορονέζ και Στέππας. Μόνο η 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά διέθετε 800 άρματα Τ34 και αυτοκινούμενα πυροβόλα.

Στις 12 Ιουλίου ολόκληρη η κινητή ισχύς της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς και του Αποσπάσματος Στρατιάς του Στρατηγού Κεμπφ (συνολικά 600 άρματα) κινήθηκε προς τα εμπρός, σε μια γιγαντιαία επέλαση προς το θάνατο.

Από το μεσημέρι περίπου τα γερμανικά άρματα συγκρούσθηκαν κατά μέτωπον με τους τεθωρακισμένους σχηματισμούς της 5ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς επί 8 ώρες, υπό τη σκιά ενός γιγαντιαίου νέφους και σκόνης και μέσα σε αποπνικτική ζέστη.

Η πάλη ήταν άνιση.

Τα ρωσικά άρματα, εκτός του ότι ήταν περισσότερα, διέθεταν πλήρεις φόρτους πυρομαχικών, οι μηχανές τους ήταν ανέπαφες και τα πληρώματα απολύτως ξεκούραστα από μακρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα, τα γερμανικά άρματα και τα πληρώματα είχαν καταπονηθεί λόγω των επταήμερων σκληρών και συνεχών αγώνων. Πολλά από τα άρματα κατά τις τελευταίες ημέρες είχαν υποστεί βλάβες και είχαν επισκευασθεί πρόχειρα, για να λάβουν μέρος στον αγώνα, και, ως εκ τούτου, δεν ήταν πλήρως αξιόμαχα.

Στη γιγαντιαία μετωπική αυτή σύγκρουση τα πλεονεκτήματα αυτά των Ρώσων φάνηκαν υπέρτερα της ποιοτικής υπεροχής των γερμανικών πληρωμάτων και των τελειοποιήσεων των αρμάτων τους. Επί του αποτελέσματος επέδρασε δυσμενώς το γεγονός ότι η γερμανική αεροπορία δεν ήταν σε θέση να επέμβει, λόγω των νεφών καπνού και σκόνης στο πεδίο της μάχης.

Οι απώλειες εκατέρωθεν ήταν τρομερές, ιδίως των Ρώσων. Ο όγκος τους, όμως, φαινόταν ανεξάντλητος, λόγω των συνεχών ενισχύσεων, που κατέφθαναν στο πεδίο της μάχης.

Μέχρι το βράδυ οι Γερμανοί αποσύρθηκαν και οι Ρώσοι παρέμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης, το οποίο καλυπτόταν από σωρούς καταστρεμμένων αρμάτων, στα σκάφη των οποίων βρίσκονταν ακόμη νεκροί και τραυματισμένοι άνδρες των πληρωμάτων τους.

Η Διακοπή της Επιθέσεως

Την επομένη, 13 Ιουλίου, οι Στρατάρχες Κλούγκε και Μανστάιν, διοικητές αντίστοιχα των Ομάδων Κέντρου και Νότου, κλήθηκαν στο Στρατηγείο του Χίτλερ, όπου τους γνωστοποιήθηκε η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Μεσόγειο. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί από τη νύκτα 10/11 Ιουλίου στη Σικελία. Αυτό επέβαλε τη συγκρότηση νέων στρατιών και τη μεταφορά δυνάμεων από το Ανατολικό Μέτωπο. Συνεπώς, η επιχείρηση «CITADELLE» έπρεπε να σταματήσει.

Ο Στρατάρχης Κλούγκε ανέφερε, ότι η 9η Στρατιά δεν μπορούσε να συνεχίσει την επίθεση στο Κουρσκ μόνο λόγω των απωλειών και της ανάγκης αντιμετωπίσεως της ρωσικής επιθέσεως στην αμυντική ζώνη της 2ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς.

Αντίθετα, ο Στρατάρχης Μανστάιν ανέφερε, ότι η επίθεση βρισκόταν στο κρίσιμο σημείο της και δεν ήταν δυνατή η διακοπή της πριν κατανικηθούν οι τεθωρακισμένες εφεδρείες, τις οποίες είχαν εμπλέξει οι Ρώσοι. Για το λόγο αυτό, ζητούσε τη συνέχιση της επιθέσεως από τον Μόντελ, για να συγκρατηθούν τουλάχιστον οι έναντι του μετώπου του ρωσικές δυνάμεις και να αποδεσμευθεί το 24ο Τεθωρακισμένο Σώμα (εφεδρεία της Ομάδας Στρατιών του Νότου).

Ο Χίτλερ επέμενε στην ανάγκη διακοπής της επιχειρήσεως και ο Στρατάρχης Μανστάιν αναγκάσθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση του.

Μέχρι τις 23 Ιουλίου οι γερμανικές δυνάμεις βρίσκονταν στις θέσεις που κατείχαν πριν από την έναρξη της επιθέσεως. Οι Ρώσοι, συνεχίζοντας τις επιθέσεις τους στην περιοχή βόρεια και δυτικά του Κουρσκ, κατόπιν κατακλυσμού πυρός πυροβολικού, διέσπασαν τις γραμμές των Γερμανών και κατέλαβαν το Ορέλ στις 15 Αυγούστου. Επεκτείνοντας την επιθετική τους ενέργεια προς Νότο την ίδια ημέρα, κατέλαβαν το Μπέλγκοροντ.

Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, μετά την μάχη του Κουρσκ, πέρασε οριστικά πια στους Ρώσους.

Οι Γερμανοί στο Ανατολικό Μέτωπο, χρησιμοποιώντας γενικά την ελαστική άμυνα, για την υιοθέτηση της οποίας ο Στρατάρχης Μανστάιν είχε καταβάλει τόσες προσπάθειες, καθώς και άλλοι διακεκριμένοι Γερμανοί στρατηγοί, κατόρθωσαν να παρατείνουν τη συνέχιση των αμυντικών επιχειρήσεων από τον Δνείπερ μέχρι τον Όντερ και ακόμη δυτικότερα.

Σ’ αυτού του είδους την άμυνα οι Τεθωρακισμένες Μεραρχίες Αναγνωρίσεως αποδείχθηκαν, στο Ανατολικό Μέτωπο, πολύ αποτελεσματικές. Δεν μπορούσαν βεβαίως μόνες τους ν’ αντιστρέψουν τη φορά του τροχού της μοίρας, αφού για κάτι τέτοιο ήταν πλέον πολύ αργά. Οπωσδήποτε όμως, κατόπιν γενικεύσεως της χρησιμοποιήσεώς τους και προς τα δυτικά, πέτυχαν να παρατείνουν την αγωνία των Δυτικών Συμμάχων, αλλά και όλου του κόσμου, για δύο έτη.

Οι άλλες, οι τρομερές Μεραρχίες Αρμάτων του «τρίτου υποδείγματος 1943», για την δημιουργία των οποίων τόσες φροντίδες κατέβαλε ο Στρατηγός Γκουντέριαν, επέστρεψαν σκιές του εαυτού τους και δεν επέζησαν.

Στους απέραντους σιταγρούς του Κουρσκ, μέσα στον πάταγο της μάχης, για μοναδική φορά, ο οξύς συριγμός των πυροβόλων των 88 χιλιοστών υπήρξε το κύκνειο άσμα τους, υπό τη μονότονη και ανατριχιαστική υπόκρουση των ερπυστριών των μεγάλων αρμάτων τους.

Αποτελέσματα
Η μεγάλη αυτή αρματομαχία είχε ως αποτέλεσμα την ήττα των Γερμανών στο Κουρσκ. Οι απώλειες κατ’ αυτή τη μάχη δεν έχουν εξακριβωθεί πλήρως και οι σχετικοί αριθμοί, που έχουν ανακοινωθεί εκατέρωθεν, είναι υπερβολικοί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με βάση τα στοιχεία που έδωσαν οι Ρώσοι, οι εκτός μάχης Γερμανοί προσεγγίζουν το σύνολο των μαχητών, ενώ τα άρματα που καταστράφηκαν, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, υπερβαίνουν τον αριθμό αυτών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την επίθεση. Επίσης υπερβολικοί φαίνονται και οι από γερμανικής πλευράς αριθμοί περί των καταστραφέντων ρωσικών αρμάτων.

Σύμφωνα με πληροφορίες αξιόπιστων πηγών, κυρίως από ουδέτερες χώρες, όπως π.χ. ο E. Bayer (στο έργο του «Ο Πόλεμος των Τεθωρακισμένων»), οι απώλειες των αντιπάλων στη Μάχη του Κουρσκ ήταν:

Γερμανών: 20.720, από τους οποίους 3.330 νεκροί.
Ρώσων: 34.000 αιχμάλωτοι και 17.000 νεκροί.
Χαρακτηριστικό στις απώλειες είναι η μείωση του αριθμού των Ρώσων αιχμαλώτων, η οποία ασφαλώς οφειλόταν στην άνοδο της ποιοτικής στάθμης του Ρωσικού Στρατού, αλλά και στη γνωστή πια συμπεριφορά των Γερμανών έναντι των συλλαμβανομένων Ρώσων αιχμαλώτων.