Πώς Επηρεάζει η Εποχικότητα τα Αυτοάνοσα Νοσήματα

Πώς Επηρεάζει η Εποχικότητα τα Αυτοάνοσα Νοσήματα

Οι εναλλαγές των εποχών επηρεάζουν σημαντικά την πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών. Οι εξάρσεις συγκεκριμένων αυτοάνοσων αυξάνονται ή μειώνονται σε διαφορετικές εποχές του έτους.

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς

Οι διακυμάνσεις που συμβαίνουν κατά διάρκεια του έτους:
Στα επίπεδα του φωτός

Στην υπεριώδη ακτινοβολία

Στην ορμόνη που ρυθμίζει τον ύπνο (μελατονίνη)

Στα επίπεδα βιταμίνης D

Στο μεταβολισμό

Στις λοιμώξεις από διαφορετικά μικρόβια και ιούς

παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των λειτουργιών του ανθρώπινου οργανισμού και συνδέονται με την ανάπτυξη ή μη αυτοανοσίας

Η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος επηρεάζεται από τις εποχές του έτους. Ορισμένα νοσήματα όπως τα αυτοάνοσα, τα καρδιαγγειακά και ο διαβήτης επιδεινώνονται κατά τους χειμερινούς μήνες

Το φθινόπωρο είναι μια εποχή που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η μεταβολική κατάσταση κατά τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, διαμορφώνει την αυξημένη ή μειωμένη ευπάθεια για εμφάνιση αυτοάνοσου ή επιδείνωση των εξάρσεων, το χειμώνα και την άνοιξη που ακολουθούν.

Ερευνητές του πανεπιστημίου του Cambridge, εντόπισαν ότι σε διαφορετικές εποχές του χρόνου ενεργοποιούνται διαφορετικά τμήματα του DNA (γονίδια), που συνδέονται με την λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι αλλαγές που συνδέονται με τις εποχές του έτους, αφορούν στο ένα τέταρτο περίπου των γονιδίων του ανθρώπινου οργανισμού

Οι αλλαγές που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του χειμώνα για παράδειγμα, επηρεάζουν:
Tη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος

Tη δράση των λευκών αιμοσφαιρίων

Tη σύσταση του αίματος

Tο λιπώδη ιστό

Aυξάνουν την προδιάθεση για φλεγμονή.

Βιολογικοί Ρυθμοί του Ανθρώπινου Οργανισμού

Η λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού παρουσιάζει φυσιολογικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου, αυτές οι διακυμάνσεις ονομάζονται ‘Κιρκάδιος Ρυθμός’. Ο όρος κιρκάδιος προέχεται από τα λατινικά ‘circa’ που σημαίνει κύκλος και ‘diem’ που σημαίνει ημέρα, ‘ο κύκλος της ημέρας’.

Φυσιολογικά κατά τις πρωινές ώρες, έχουμε περισσότερη ενέργεια, μεγαλύτερες αντοχές, πεινάμε λιγότερο, έχουμε πιο καθαρό μυαλό και καλύτερη διάθεση. Καθώς περνάει η ημέρα και πλησιάζει το βράδυ, οι αντοχές και η ενέργεια μας μειώνονται, αυξάνεται το αίσθημα της πείνας και η επιθυμία για ξεκούραση.

Οι αλλαγές αυτές, ρυθμίζονται μέσα από διακυμάνσεις της λειτουργίας του ορμονικού και του νευρικού συστήματος.

Έτσι, κατά τη διάρκεια της ημέρας, ορμόνες όπως η κορτιζόλη, η ντοπαμίνη και η αδρεναλίνη, προετοιμάζουν το ανθρώπινο σώμα να δραστηριοποιηθεί και να βρει τροφή.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, διαφορετικές ορμόνες, όπως η σεροτονίνη για παράδειγμα, ενεργοποιούν διαδικασίες που αφορούν την επιδιόρθωση και την αποκατάσταση του οργανισμού. Αυτός είναι ο λόγος που κατά τις βραδινές ώρες ενισχύονται ο πυρετός και οι φλεγμονές, οι πόνοι γίνονται πιο έντονοι και αυξάνεται ο κίνδυνος για έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Διαταραχές στη φυσιολογική ρύθμιση του κιρκάδιου ρυθμού, συνδέονται με χρόνια φλεγμονή και αυξημένο κίνδυνο νόσου για μεταβολικό σύνδρομο, αυτοάνοσα, καρδιαγγειακά, καρκίνο και διαβήτη

Ετήσιος Βιολογικός Ρυθμός και Αυτοάνοσα Νοσήματα

Αντίστοιχα με τις κυκλικές αλλαγές που συμβαίνουν μέσα στο διάστημα μιας ημέρας, το ανθρώπινο σώμα ακολουθεί και έναν ετήσιο βιολογικό ρυθμό.

Η ετήσια περιοδικότητα στις αλλαγές που συμβαίνουν στις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και το μεταβολισμό. Οι μεταβολές αυτές συμβαδίζουν με τις εποχές του έτους.

Βιταμίνη D
Κατά τη διάρκεια του έτους, τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D παρατηρούνται στο τέλος του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης.

Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D αυτές τις περιόδους του έτους, συνδέονται με αυξημένη δραστηριότητα σε αυτοάνοσα όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ψωρίαση και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Η βιταμίνη D έχει σημαντική ανοσο-ρυθμιστική δράση και παίζει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών. Επαρκή επίπεδα είναι απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τόσο για τη μείωση της πιθανότητας νόσου από λοιμώξεις όσο και για την ικανότητα του ανοσοποιητικού να αναγνωρίζει τους δικού του ιστούς. Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, συνδέονται με περισσότερες εξάρσεις και χειρότερη πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών

Σε πρόσφατη μελέτη, προτείνεται στα άτομα που έχουν αυξημένο κίνδυνο για εποχική γρίπη ή COVID-19, η χορήγηση 10.000iu βιταμίνης D3 ημερησίως για αρκετές εβδομάδες, ώστε να ανεβάσουν γρήγορα τα επίπεδα τους. Στη συνέχεια, προτείνεται η λήψη 5.000iu ημερησίως. Στόχος είναι η επίτευξη επιπέδων βιταμίνης 25(ΟΗ)D3 πάνω από 40-60 ng/mL

Στην διόρθωση της έλλειψης βιταμίνης D σε ασθενείς με αυτοάνοσα, αλλά και σε όσους εμφανίζουν βαριά νόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τείνουν να εμφανίζουν αντίσταση στη βιταμίνη D, απαιτούνται δηλαδή πολύ μεγαλύτερες δόσεις και υψηλότερα επίπεδα, ώστε να επιτευχθεί η ίδια βιολογική δράση που εμφανίζει η D στους υγιείς[10][11].

Μέσα από την κλινική μας εμπειρία, έχουμε διαπιστώσει ότι η διόρθωση της έλλειψης της D, δεν προσδίδει τα πλήρη οφέλη όταν αυτή πραγματοποιηθεί κατά τη στιγμή της έξαρσης ενός αυτοάνοσου. Χρειάζονται αρκετές εβδομάδες ή και μήνες χορήγησης θεραπευτικών δόσεων, παράλληλα με την διόρθωση ελλείψεων σε συμπαράγοντες της βιταμίνης D όπως βιταμίνη Κ2, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, μαγνήσιο, ψευδάργυρο, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες του οργανισμού και να παρατηρηθεί σημαντική κλινική βελτίωση

Μελατονίνη
Η έκκριση μελατονίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει τον ύπνο, έχει επίσης σημαντική ανοσο-ρυθμιστική δράση και μειώνει τη σοβαρότητα πολλών αυτοάνοσων ασθενειών, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (νόσος του Crohn και ελκώδης κολίτιδα).

Η μελατονίνη έχει πολλαπλές δράσεις που αφορούν στη(ν):
Αντιγραφή του DNA

Λειτουργία του ορμονικού συστήματος

Ρύθμιση της διαδικασίας της φλεγμονής

Ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος

Τα επίπεδα της μελατονίνης είναι χαμηλότερα την άνοιξη, πράγμα που εξηγεί την αύξηση των εξάρσεων της σκλήρυνσης κατά πλάκας και των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, τη συγκεκριμένη εποχή του έτους.

Έχουμε διαπιστώσει ωστόσο, ότι η μεμονωμένη χορήγηση μελατονίνης, δεν αρκεί ώστε να επιτευχθούν μακροχρόνιες και ουσιαστικές αλλαγές στην πορεία αυτοάνοσων ασθενειών όπως τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η νόσος του Χασιμότο, η ψωρίαση και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Η αποκατάσταση του φυσιολογικού ρυθμού έκκρισης της μελατονίνης, μέσα από την αποκατάσταση της συνολικής μεταβολικής κατάστασης του οργανισμού, επιφέρει καλύτερα και πιο σταθερά αποτελέσματα.

Η μελατονίνη παράγεται στον οργανισμό από την σεροτονίνη. Το 90% της σεροτονίνης παράγεται από την εντερική χλωρίδα και απαιτούνται επαρκείς ποσότητες των βιταμινών D3, Β2, Β3, Β6 και ωμέγα-3 λιπαρών οξέων για την ομαλή έκκριση της. Διαταραχές στην εντερική χλωρίδα, η λήψη αντιβιοτικών και συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, το στρες, και ελλείψεις στα παραπάνω θρεπτικά συστατικά εμποδίζουν την ομαλή έκκριση της μελατονίνης[1

Λοιμώξεις
Οι λοιμώξεις μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων. Κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης από έναν ιό ή ένα μικρόβιο, απελευθερώνονται μόρια που προωθούν τη φλεγμονή (κυτοκίνες), αλλά και μόρια που μοιάζουν με αυτά του οργανισμού (μοριακή μίμηση) και δυσκολεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, στην προσπάθεια του να ξεχωρίσει τα δικά του κύτταρα από εξωγενείς παράγοντες

Οι εναλλαγές των λοιμώξεων, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο ανάλογα με την εποχή, συσχετίζονται με την εμφάνιση και την επιδείνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων.

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων από τον ιό Epstein-Barr, σχετίζεται με αυξημένη εμφάνιση νέων περιπτώσεων αλλά και εξάρσεων σε άτομα που έχουν ήδη διαγνωστεί, με σκλήρυνση κατά πλάκας και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Επιπλέον, η αύξηση λοιμώξεων από ροταϊό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προηγείται της εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η λοίμωξη από Escherichia coli (κολοβακτηρίδιο) συνδέεται με την εμφάνιση πρωτογενούς χολικής κίρρωσης, ενώ η λοίμωξη από ιό κοξάκι, με την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1.