ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠ ΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821

Ο Φακής (Βασίλης Ρώτας)

Εμπρός, ένα δυο, προσοχή!

Εμένα με λένε Φακή.

Κορμί κορδωμένο,

μουστάκι στριμμένο,

γαλόνια χρυσά και σπαθί.

Χαιρέτα με γη και ουρανέ,

τα μάτια σας όλοι σε με!

Σε κάθε μου βήμα μου κάνουν το σχήμα

κι εγώ δε λυγίζω ποτέ!

Η σάλπιγγα τα-ρα τα-τα.

σπαθί και ντουφέκι χτυπά,

μπαμ μπουμ το κανόνι,

μπουμ μπαμ το τρομπόνι.

Ποιός βγαίνει σε μένα μπροστά;

Γυρεύω παντού τον εχτρό.

Κι ας ειν’ αντρειωμένοι σωρό,

γιγάντοι και δράκοι,

θεριά με φαρμάκι,

καπνός μόλις πρόλαβα εγώ.

Μονάχα ξαφνιάζομαι-ωχού!

τρομάζω απ’ τους ίσκιους-χουχού!

Ένα φύσημα αγέρα,

κι ας είναι και ημέρα,

μου παίρνει κι αντρεία και νου.

Ο θάνατος του κλέφτη (Ιούλιος Τυπάλδος)

Έχετε γεια, ψηλά βουνά και κρυσταλλένιες βρύσες,

χαράματα με τις δροσιές, νύχτες με το φεγγάρι,

και σεις, μαύρα κλεφτόπουλα, που στην Τουρκιά ετρομάξτε!

Αρρώστια δε με πλάκωσε και πηαίνω να πεθάνω,

κι αν πάρει βόλι το κορμί, πάλι, η ψυχή απομένει.

Μαύρο πουλάκι θα γενώ, μαύρο χελιδονάκι,

να ‘ρθω το γλυκοχάραμα να ιδώ που πολεμάτε,

και σα σχολάσει ο πόλεμος κι εβγεί τ’ αχνό φεγγάρι,

πάλι θε να ‘ρθω να σταθώ σ’ ένα κυπαρισσάκι

τα λίγα τα κλεφτόπουλα, που βρω στη γη να κλάψω,

μέσα στης νύχτας την ερμιά, στον ύπνο που κοιμούνται,

Ν’ ακούσουν οι μανάδες τους να τα μοιρολογήσουν.

-Για ιδές η θύρα του Πασά, και πάψε το τραγούδι!

Έχετε γεια, ψηλά βουνά, τρεχούμενα ποτάμια.

Αδέλφια, να με θάψετε σε μια ψηλή ραχούλα,

ν’ ακούω τ’ αηδόνια που ‘ρχονται και φέρνουν τον Απρίλη.

25η Μαρτίου 1821(Στέλιος Σπεράντσας)

Ακρίτα στης Ευρώπης τους πυλώνες

η Μοίρα σ’ έχει τάξει, Μάννα Ελλάδα,

τη λευτεριά να διαφεντεύεις στους αιώνες.

Χαρά σου, όταν Φειδίες με λαμπεράδα

στη γη σου πελεκούνε Παρθενώνες

κι Αισχύλοι ανάβουν θεία ανέσπερη λαμπάδα

Μα ο πόνος σου βαθύς, όταν βαραίνει

τυράννων μαύρη σκιά τ’ άγιο σου χώμα

και της ελπίδας τους ανθούς αργομαραίνει.

Κακό όμοιο εκράτει κάποτε -κι ακόμα

πιο ασήκωτο- την όψη σου θλιμμένη.

Κι ήταν πικρόχολο, που σώπαινε το στόμα

Μια αυγή όμως -της φυλής την αμαρτία

το πλήρωμα του χρόνου είχε ξεπλύνει-

το βλέμμα ρίχνοντας στην που έσβηνεν εστία,

Τινάχτεις, Κι ήταν Μάρτης, οι άσπροι κρίνοι

ευώδιαζαν. Τινάχτεις την αιτία

για να μετρήσεις του κακού, που φρένα λύνει

Κι ως στάθηκες ψηλά στο μετερίζι,

με ορμή, που ξεπερνούσε και του ανέμου,

το κοφτερό έσυρες σπαθί σου, που σπιθίζει.

Και φώναξες τρανά: «Καιρός πολέμου.

Με ανθούς του ονείρου η γη ξαναγεμίζει.

Ανάστα τώρα με την άνοιξη, λαέ μου».