ΠΟΙΗΣΗ ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ

Μνήμη του μεγάλου πυρετού

Μισό φθινόπωρο μετράω στον νου
Κι ο ήλιος που έρχεται βρεγμένος
Με τα ξεπλυμένα του μαντάτα
Από τις πρόσφατες αναχωρήσεις
Μια μέρα που όλο κλέβω από προκατάληψη
Από την καρδιά του Νοέμβρη
Μνήμη του μεγάλου πυρετού
Που έκαιγε τη γη του πατέρα τόσα χρόνια
Τα φρούτα που επιστρέφουν ώριμα πια

Στα γαλήνια ατροφικά χέρια
Τροφή στην καινούργια εξορία λες
Στην μεγάλη πρωτεύουσα
Με τις παρελάσεις στις λεωφόρους των κύκνων
Και την απαλλαγή από την στράτευση

Λόγω ένδειας παραστήματος
Αφού το καλύβι στην όχθη του Ευρώτα
Ολοένα γκρεμιζόταν στις ποταμίσιες πέτρες του
Δίχως επιστροφή το τελευταίο όργωμα
Δέκα τέσσερις ημέρες μόνο κάμα

Στις λυγαριές που άφησα παιδί τον ίσκιο μου
Και μεγάλωσα με δυο λέξεις διψάω μπαμπά
Αλλά ενδιάμεσα ηλεκτριστήκαμε αρκετά
Με κάτι πεινασμένες ελπίδες χαϊδευόμαστε
Και μιλούσαμε πάντα στα παιδιά όπου τα συναντούσαμε
Για το τι θα γίνουν όταν θα μεγαλώσουν
Κι ήταν όλα τα χαμόγελα κυκλικά

Μια τάξη που μεταπήδησε αργότερα αλλού
Και έγινε ζωή με τα ανέλπιστα όλα της
Έτσι η κάθε μέρα από το θρόισμα των ελάτων
Στην οξύτητα της ανάσας αναπαύεται πια
Η πόλη που με φροντίζει

Που ένα ακόμα φθινόπωρο από τα φύλλα του σφενταμιού
Κοιτάει κάτω στον γκρεμό του Ταϋγέτου
Κι έτσι όπως κρύφτηκα στην καρδιά του Νοέμβρη
Με τις αποδείξεις του κτηματολογίου
Όλες πληρωμένες τοις μετρητοίς για μιαν αγάπη
Του κόσμου το κίτρινο όμως έχει απλώσει παντού
Και δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά.

Ηλίας Μάρκος