Ποιήματα αφιερωμένα στον ξεριζωμό του Ποντιακού Ελληνισμού

Για τον Πόντο:

Ανάψτε το κοιμητήρι της (χαμένης) Πατρίδας
Καντήλι ανάψτ’ ευλαβικά στη μνήμη της Πατρίδας…
Καντήλι ας ανάψουμε, ανάψτε ο κόσμος όλος!
Για μοσχοβόλι των βουνών, θυμάρι κι ευωδία.
Για εσέ Πατρίδα που άδικα κι ανέλπιστα εχάθης…

Πατρίδα’ μ, μαυροθάλασσα, πενεύτρα των κορφών σου!
Πόσες καρδιές δεν έκλαψαν, καρδιές που τις ματώσαν
και μάτια δε βουρκώσανε με δάκρυα ποτάμια…

Και ποιος ξωπίσω εξέμεινε, καμπάνα να χτυπάει,
ν’ ανάβει μελισσόκερα, στου Iερού την πόρτα,
ν’ ανάβει τον πολυέλαιον, τον τρουλοκρεμασμένον,
και στην καντήλα του Χριστού, στην άσβεστη καντήλα,
λάδι να ρίχνει ευλαβικά, φυτίλι να αλλάζει…

Πατρίδα μου μονάκριβη, αξέχαστη Πατρίδα,
τις δόξες και τα κάλη σου τα εζήλεψεν η χώρα,
μα τα παιδιά σου τάκοψε τούρκικο αξινάρι…

Κι έστειλ’ εμάς στην προσφυγιά, στου κόσμου την ορφάνια…

Θωμάς Ακριτίδης, Λευκότοπος Σερρών

Κάστρο άπαρτο θάναι για πάντα ο Πόντος!

Πόντε μου, άστρο φωτεινό
κι ελληνική Πατρίδα,

τις δόξες και τα κάλη σου που εζήλεψεν η χώρα,

η λύρα μου τραγούδησε και χάρηκ’ η καρδιά μου!

Πολλά τραγούδια μού’λεγε, για τα αρχαία χρόνια,

μού’λεγε για τον βασιλιά

Ευπάτωρ Μιθριδάτη,

πως κυνηγούσε τους εχθρούς και φύλαγε τον Πόντο

από κακά και συμφορές,,

δάκρυα και πολέμους

κι ανέπτυξε τα γράμματα, το εμπόριο και τις τέχνες,

κι έγιν’ ο Πόντος άτρωτο και δοξασμένο κάστρο!

Κι είπε

και για τον Κομνηνό Αλέξιο τον Μέγα,

τον Μανουήλ τον Κομνηνό, αλλά και για την Άννα

που ήταν όλοι βασιλείς, βυζαντινοί, μεγάλοι,
που έκαναν τον Πόντο μας
Ελλήνων προμαχώνα,

και με Ακρίτες Διγενείς

εφύλαγαν την χώρα

από επιθέσεις των εχθρών

κι απ’ τις καταστροφές τους!…

Είπε και για την Ιερά Μονή

των Κομνηνών το θάμα,

την Παναγιά τη Σουμελά

ψηλά, στην Τραπεζούντα,

πούναι για κάθε Έλληνα

η ζωντανή ελπίδα,

το ιερό το καύχημα

και η Αγία Σκέπη!…

Μούπε και για τη συμφορά

και τη γενοκτονία

που ήλθε στην Πατρίδα μας

εκεί στα ‘22

κι αφάνισε τ’ αδέλφια μας

κι ερήμωσε τη χώρα

κι έστειλ’ εμάς στην προσφυγιά,

στου κόσμου την ορφάνια…

Η λύρα μου είν’ δαμασκηνιά και μήλο το δοξάρι’μ

και είδε και τα μάτια μου

που γέμισαν με δάκρυ,

κι ευθύς μ’ ανθρώπινη μιλιά,

παρήγορα μου λέει:

“Παιδί’μ τα μάτια σκούπισε,

και πάψε να δακρύζεις,

κι ένα μονάχα να σκεφτείς

και μες στο νου σου βάλε:

Άμα δεμένοι σαν γροθιά
και δυνατοί σαν βράχος,
όλη την ιστορία μας
Αξέχαστη κρατούμε

και με της λύρας τους σκοπούς

πάντοτε τραγουδούμε,

…Κάστρο σπουδαίο κι άπαρτο θάναι για πάντα ο Πόντος!…»

Θωμάς Ακριτίδης, Λευκότοπος Σερρών

***********************

Οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Μακεδονία πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν ενώ οι πρόσφυγες που ήρθαν μετά ήταν

Όχι άλλες χαμένες Πατρίδες!

Πατρίδα μου Ελλάδα,

Μητέρα αμέτρητων αρχαίων σοφών και φιλοσόφων,

Λίκνο πολιτισμού πανάρχαιο,

είσαι εσύ που πρώτη δίδαξες στον κόσμο

σεμνά κι’ απλόχερα,

το τι σημαίνει Δημοκρατία, Ελευθερία

κι Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια!…

Και ποιο ήταν το ευχαριστώ;

Αμέτρητοι εχθροί,

βάρβαροι Πέρσες, Ρωμαίοι, Άβαροι

Βούλγαροι, Βενετοί και Σταυροφόροι,

Τούρκοι, Ιταλοί και Γερμανοί και ξανά Τούρκοι,

χύμηξαν όλοι με δόλο

κι ανείπωτο θράσος κατά πάνω σου,

για να κατασπαράξουν με βουλιμία,

σαν τ’άγρια θηρία, τη Γη και τα παιδιά σου!

Ο πληρωμένος Εφιάλτης

πρόδωσε τον αγώνα του Λεωνίδα σου,

στις Θερμοπύλες,

δολοφονώντας

τους τριακόσιους Σπαρτιάτες μαχητές,

που προτίμησαν

αντί να υποδουλωθούν

να βροντοφωνάξουν

“ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ!”

και να θυσιάσουν -μέχρις ενός- τις ζωές τους,

για τα ιδανικά της φυλής!…

Και μέσα απ’την ανοιχτή κερκόπορτα,

άλλο προδοτικό χέρι υστερότερα,

παράδωσε Πόλη, Βυζάντιο κι Ελληνισμό,

βορά στην αδηφάγο βαρβαρότητα

των Τούρκων!…

Στ’ ατέλειωτα 400 χρόνια

της σκλαβιάς,

με βάρβαρες σφαγές,

κι απίστευτη ταπείνωση

πλήρωσαν

γενιές αμέτρητες Ελλήνων,

ώσπου και πάλι

οι ήρωες του 21

μας ξανανάστησαν

με θυσίες

που στοίχησαν

ποτάμια από αίμα και δάκρυα…

Με νέους αγώνες

ελευθερώθηκε και ξαναμεγάλωσε

η πατρίδα μας

κι έφτασε ξανά, μέχρι εκεί ψηλά στον Έβρο!…

Μα οι εχθροί κι οι άσπονδοι φίλοι μας,

φρόντισαν να μας αρπάξουν ξανά,

την ακριβοπληρωμένη ελευθερία μας.

Πρώτα

με τη σύμφωνη γνώμη

και τη βοήθεια

των “συμμάχων μας”,

(για ευνοήτους λόγους)

οι Τούρκοι ματοκύλησαν

και κατέλαβαν

για πάντα

την πανάρχαια ελληνική Γη του Πόντου μας,

σκοτώνοντας βάρβαρα κοντά 360.000 πατριώτες

κι εκδιώκοντας βάναυσα τους υπόλοιπους…

Και με την ίδια

σύμφωνη γνώμη και βοήθεια

των “συμμάχων”

καταρήμαξαν το λαό μας

στη Μικρασία,

δολοφονώντας άγρια

πάνω από ένα εκατομμύριο

Έλληνες!…

Καν σαν να μην έφταναν

όλ’ αυτά,

μας έμπλεξαν

και σε δυο μεγάλους πολέμους

φέρνοντας κατοχή, πείνα και δυστυχία

όπου και πάλι σαν ήρωες

πολέμησαν

κι έπεσαν οι Έλληνες!…

Κι αντί για ένα ευχαριστώ

για τους χιλιάδες νεκρούς

Έλληνες πατριώτες

οι “σύμμαχοι”

μας ζήτησαν με θράσος

να παραδόσουμε άνευ όρων

τη Βόρειο Ήπειρο

στους Αλβανούς!

Και για να συμπληρωθεί το καρέ,

οι καλοί μας φίλοι και “σύμμαχοι”

μας οδήγησαν “φιλικά”

μετά τη γερμανική κατοχή,

σ’έναν άγριο

εμφύλιο σπαραγμό,

έτσι για το “διαίρει και βασίλευε”,

για να μας ξεδοντιάσουν

και να μας καταστρέψουν

ακόμη πιο εύκολα,

μια ώρα αρχύτερα!

Κι ύστερα έφεραν

και τη χούντα

των συνταγματαρχών,

για να δολοφονήσουν

το δύστυχο κυπριακό λαό

και να παραδόσουν

άδικα και με δόλο

τη μισή Κύπρο

– άνευ όρων –

στους Τούρκους…

Εδώ κι ενενήντα χρόνια

εμάς τους Έλληνες μας πήραν

Πόντο, Μικρασία, Σμύρνη,

Βόρειο Ήπειρο, Κύπρο…

Και σήμερα Σλάβοι,

Τούρκοι, Αλβανοί

και διάφοροι άλλοι αόρατοι εχθροί

μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα

καραδοκούν έχοντας στραμένο το βλέμα

στη Μακεδονία, στα νησιά και στο Αιγαίο,

στη Θράκη, στην Ήπειρο και στην Κρήτη…

Αυτό που τούτη τη στιγμή προέχει

πάνω απ’όλα είναι

ενωμένοι όλοι μαζί,

σαν μια γροθιά, οι Έλληνες

νάχουμε πάντα τα μάτια ανοιχτά

για ν’αναποδογυρίσουμε

τα σχέδια των εχθρών

και των άσπονδων φίλων μας,

νοικοκυρεύοντας

με δίκαιο τρόπο τη χώρα μας

κι οπλίζοντάς την σαν αστακό,

έτσι ώστε να μην θρηνήσουμε

ποτέ ξανά

ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ!…

Θωμάς Ακριτίδης, Λευκότοπος Σερρών