ΠΑΙΔΟ…ΦΙΛΟΣ , αυτός ο ΠΑΡΑ…ΦΙΛΙΚΟΣ…

Συγγραφή-επιμέλεια κειμένου:
Μαρία-Φιλομήλα Κερεμέζη
Εκπαιδευτικός, MSc Forensic Psychology, Mέλος του ΚΕ.ΜΕ

Η παιδοφιλία κάνει τα πρωτοσέλιδα κυρίως των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και συχνά κυριαρχεί στις συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η ετυμολογία της είναι φυσικά προφανής από τις λέξεις «παιδί» και «φίλος», η δεύτερη όμως λέξη αντανακλά την αρχαία της σημασία και ουσιαστικά σημαίνει τον «εραστή», λέξη που υπάρχει στον πιο αρχαικό όρο «παιδεραστία», όπου όμως πάλι μπορεί να έχει πολλαπλά νοήματα τα περισσότερα χωρίς σεξουαλικό υποννοούμενο.

Σήμερα είναι σαφές, ότι η σεξουαλική έννοια είναι η μόνη που διατηρείται στις λέξεις αυτές.
Στα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομικά συστήματα, τα οποία είναι πολύ προσεκτικά στο πώς αντιμετωπίζουν θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και προτιμήσεων, η παιδοφιλία κατατάσσεται στις Παραφιλίες (κατά DSM-5) ή στις Διαταραχές Σεξουαλικών Προτιμήσεων(κατά ICD-10)

Παραφιλία είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες, έντονες και σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές που γενικά αφορούν: μη ανθρώπινα αντικείμενα, βασανισμό ή ταπείνωση του ίδιου του ατόμου ή του συντρόφου του (όχι απλή προσποίηση), ζώα, παιδιά ή άλλα άτομα που δεν συναινούν.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες αναφορικά με τις αιτίες της παιδοφιλίας :
• Ένας μικρός αριθμός ερευνητών αποδίδει την παιδοφιλία μαζί με τις άλλες μορφές παραφιλίας, σε βιολογικούς παράγοντες. Υποστηρίζουν ότι η τεστοστερόνη, μία από τις ανδρικές ορμόνες, προδιαθέτει τους άντρες να αναπτύσσουν παρεκκλίνουσες σεξουαλικές συμπεριφορές. Όσον αφορά στους γενετικούς παράγοντες, τα ερευνητικά δεδομένα δεν έχουν υποδείξει κάποιο γονίδιο που να σχετίζεται με την παιδοφιλία.
• Οι περισσότεροι ειδικοί θεωρούν, ότι η παιδοφιλία οφείλεται σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, παρά σε βιολογικά χαρακτηριστικά.

• Κάποιοι πιστεύουν, ότι η παιδοφιλία είναι το αποτέλεσμα σεξουαλικής κακοποίησης του ατόμου κατά την παιδική ηλικία.

• Άλλοι πιστεύουν ότι απορρέει από το είδος της αλληλεπίδρασης που είχε το άτομο με τους γονείς του κατά τα πρώιμα χρόνια της ζωής του.

• Κάποιοι ερευνητές αποδίδουν την παιδοφιλία σε καθυστερημένη συναισθηματική ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει ότι ο παιδόφιλος έλκεται από παιδιά, επειδή δεν έχει προλάβει να ωριμάσει ψυχολογικά.

• Μερικοί, τέλος, θεωρούν, ότι η παιδοφιλία είναι αποτέλεσμα μιας διαστρεβλωμένης ανάγκης για κυριαρχία πάνω στο σεξουαλικό σύντροφο. Επειδή τα παιδιά είναι μικρότερα και συνήθως πιο αδύναμα από τους ενήλικες, μπορούν να θεωρηθούν ως μη απειλητικοί υποψήφιοι παρτενέρ. Αυτή η παρόρμηση για κυριαρχία θεωρείται κάποιες φορές, ότι εξηγεί το γεγονός, πως οι περισσότεροι παιδόφιλοι είναι άντρες.

Σύμφωνα με διεθνή δεδομένα, η παιδοφιλία μαζί με την ηδονοβλεψία και την επιδειξιομανία, αποτελούν τις τρεις μορφές παραφιλίας που οδηγούν συνήθως στη σύλληψη από την αστυνομία.

Η έναρξη της παιδοφιλικής συμπεριφοράς (όπως και των περισσότερων σεξουαλικών παρεκκλίσεων) συνήθως γίνεται κατά την εφηβεία και την αρχή της ενήλικης ζωής, αν και υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις παιδόφιλων που ξεκινούν τις δραστηριότητές τους κατά τη μέση ηλικία. Η συχνότητα εκδήλωσης της παιδοφιλικής συμπεριφοράς ποικίλει ανάλογα με το ψυχοκοινωνικό στρες. Όσο αυξάνονται τα επίπεδα στρες του παιδόφιλου, αυξάνεται και η συχνότητα δράσης του ως παιδόφιλου. Το αλκοόλ επίσης επιτείνει αυτή τη συμπεριφορά.

Η παιδοφιλία εκδηλώνεται περισσότερο στους άντρες παρά στις γυναίκες. Επίσης, το ποσοστό υποτροπής (επανάληψη των πράξεων) για τους παιδόφιλους, που προτιμούν αγόρια, είναι περίπου διπλάσιο από το ποσοστό υποτροπής για τους παιδόφιλους που προτιμούν κορίτσια. Οι παιδόφιλοι μπορεί να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στα παιδιά τους ή σε παιδιά συγγενών ή να αναζητούν παιδιά εκτός της οικογένειας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ετεροφυλόφιλοι.
Η εγκληματολογική έρευνα έχει καταγράψει τρεις χαρακτηριστικούς τύπους παιδόφιλων, οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής σημεία:
 ο «ανώριμος»
 ο «παλινδρομικός»
 ο «επιθετικός»

Όσον αφορά τον πρώτο τύπο -τον «ανώριμο», περιγράφεται από την έρευνα ως ένα άτομο που δεν έχει καταφέρει να συνάψει ώριμη σχέση με συνομηλίκους, είτε γυναίκες είτε άντρες.

Αυτή την αδυναμία ή ανικανότητα να προχωρήσει σε μια ώριμη σχέση με ενήλικους, την «καλύπτει» η άνεση που νιώθει στις σχέσεις του με τα παιδιά. Ο συγκεκριμένος τύπος θεωρείται εξαρτώμενος από τους άλλους, σε υπερβολικό βαθμό, ενώ υιοθετεί μια παθητική συμπεριφορά. Θύματά του είναι παιδιά που γνωρίζει και με τα οποία έχει επαφές. Άρα, πολύ σημαντικό στοιχείο να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη ο γονιός στα άτομα στα οποία εμπιστεύεται το παιδί του για οποιονδήποτε λόγο -φύλαξη, εκπαίδευση, αθλητισμό, προσκοπισμό κ.λπ.

Ο «παλινδρομικός» τύπος, αντίθετα, έχει καλές σχέσεις με τους συνομήλικους και σεξουαλικές σχέσεις, αλλά με την πάροδο του χρόνου εμφανίζει αισθήματα σεξουαλικής ανεπάρκειας και αμφισβήτησης του εαυτού του. Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο ότι πολλές φορές βάζει στο περιθώριο κοινωνικές, επαγγελματικές και οικογενειακές σχέσεις εξαιτίας του αισθήματος ανεπάρκειας που βιώνει ολοένα και πιο έντονα. Σε αντίθεση με τον «ανώριμο» τύπο, επιλέγει θύματα που είναι άγνωστα σε αυτόν και κατοικούν μακριά από τον τόπο διαμονής του.
Ο τρίτος τύπος είναι ο πιο επικίνδυνος. Εμφανίζει επιθετικότητα και στοιχεία έντονης σεξουαλικότητας προς τα παιδιά.

Συνήθως, οι «επιθετικοί» τύποι έχουν ποινικό παρελθόν, ενώ θύματά τους είναι, κυρίως, αγόρια μικρών ηλικιών, στα οποία συμπεριφέρονται σαδιστικά.

Να αναφέρουμε, τέλος, μια σημαντική διάσταση του θέματος που αφορά το ότι σε υποθέσεις παιδοφιλίας η χρήση σωματικής βίας δεν είναι ο κανόνας. Ωστόσο, η ψυχολογική και λεκτική βία είναι τόσο έντονες, ώστε το ψυχικό τραύμα των παιδιών θυμάτων είναι τεράστιο. Επομένως, για την επούλωση των πληγών στον ψυχισμό του παιδιού, είναι αναγκαία η έγκαιρη παρέμβαση του ειδικού και η στήριξη της οικογένειας.
Θα ήθελα, βέβαια, να τονίσω ότι οι εγκληματολογικές τυπολογίες, όπως οι παραπάνω, δεν είναι απόλυτες. Συνιστούν απλώς μια αφετηρία για τον ερευνητή, ώστε να εξαγάγει κάποια πρώτα συμπεράσματα που θα βοηθήσουν περαιτέρω την έρευνα.

Μέσα από τους αιώνες άλλαξε ο τρόπος, που η κοινωνία και το ποινικό σύστημα αντιμετωπίζει τους παιδόφιλους, αλλά και γενικότερα τους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. Πλέον, υπάρχει η θεραπευτική δικαιοσύνη, η οποία προβλέπει την θεραπευτική μεταχείριση και αντιμετώπιση του δράστη ενός εγκλήματα. Σε κάποιες χώρες μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αντί της κάθειρξης του δράστη.
Η θεραπευτική δικαιοσύνη περιλαμβάνει:
α) τη χειρουργική επέμβαση,
β) τη φαρμακευτική αντιμετώπιση και
γ) τη ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.
Όσον αφορά την χειρουργική επέμβαση, είναι κάτι μη αναστρέψιμο, καθ΄ ότι προβλέπει αφαίρεση οργάνων ή καταστροφή νεύρων.
Στη φαρμακευτική αντιμετώπιση χορηγούνται στο δράστη φάρμακα (αντιανδρογόνα ή αντικαταθλιπτικά), όπως η μεδροξυπρογεστερόνη (Provera), τα οποία μειώνουν τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα , με σκοπό τη μείωση ή/και την καταστολή των σεξουαλικών του ορμών.

Κατά τη γνώμη μου η αντιμετώπιση, που μπορεί να θεωρηθεί ως η καταλληλότερη θεραπεία για κάποιον είναι η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση. Εάν ο δράστης μπει σε κάποιο πρόγραμμα ψυχοθεραπείας, ατομικό ή ομαδικό, μεταξύ άλλων:
 θα ρυθμίσει το συναισθηματικό του άγχος,
 θα βοηθηθεί, ώστε να αλλάξουν οι πεποιθήσεις του,
 θα μπορεί να ελέγχει τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα του, αφού θα τα αναγνωρίζει,
 θα αποκτήσει ενσυναίσθηση προς το θύμα και
 θα αποκατασταθεί η συναισθηματική του υγεία.
 Επίσης, θα αναγνωρίσει το λάθος της πράξης του και
 θα δεχθεί την ευθύνη αντιλαμβανόμενος, ότι δεν πρέπει το επαναλάβει.
 Η παιδοφιλία, όπως και οι άλλες μορφές παραφιλίας, θεωρούνται, ότι οφείλονται κατά κύριο λόγο σε ψυχολογικούς παράγοντες και ότι προέρχονται από εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Ένας από τους στόχους, λοιπόν, της θεραπείας, είναι να έρθουν στην επιφάνεια και να επιλυθούν άλυτες ψυχικές συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας, οι οποίες μπορεί να ευθύνονται για την σεξουαλική παρέκκλιση.
 Η θεραπεία θα βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις, που τον παρακινούν στη συγκεκριμένη σεξουαλική συμπεριφορά.
 Θα τον βοηθήσει να αναγνωρίσει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του, παύοντας να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του ως επιθυμητή ή ακόμη και προκαλούμενη από τα παιδιά-θύματα (π.χ. ο παιδόφιλος τείνει να εκλαμβάνει λαθεμένα την υποτακτικότητα ενός παιδιού ως έκφραση επιθυμίας από μέρους του).
 Θα τον βοηθήσει ακόμη να αποκτήσει πιο παραδεκτούς τρόπους σεξουαλικής ικανοποίησης και να ελέγξει το βαθμό, που η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του παρεμβαίνει στην κοινωνική και επαγγελματική του ζωή.
Μια μέθοδος που έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για το έλεγχο της παραφιλικής συμπεριφοράς είναι η λεγόμενη θεραπεία της συμπεριφοράς, που αποσκοπεί στην «επανεκπαίδευση» του ατόμου, ώστε αφενός να μειωθούν οι παραφιλικοί τρόποι σεξουαλικής διέγερσης του ατόμου και αφετέρου να δημιουργείται σεξουαλική διέγερση στο άτομο από μη παραφιλικές φαντασιώσεις. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική μέχρι σήμερα.

Σημαντικό είναι επίσης να αναφερθεί, ότι πλέον υπάρχουν και νέες μορφές ποινής αντιμετώπισης των δραστών, εναλλακτικές ή πρόσθετες της φυλάκισης ποινές, οι οποίες είναι η καταγραφή της διεύθυνσης διαμονής του δράστη στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, η ειδοποίηση της κοινότητας και δημοσιοποίηση των στοιχείων του δράστη, ο περιορισμός στην οικία του και η ηλεκτρονική του επιτήρηση.
Ένα πρόβλημα, που περιπλέκει τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παιδοφιλίας, είναι ότι πολλοί παιδόφιλοι και γενικά άτομα με παραφιλίες, δεν θεωρούν ότι είναι άρρωστα και προσέρχονται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μόνο όταν η συμπεριφορά τους τα φέρει σε σύγκρουση με το οικογενειακό περιβάλλον ή με το νόμο.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τονίσουμε, ότι μια βασική παράμετρος στην αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε θεραπευτικής προσέγγισης, είναι η επιθυμία του ίδιου του ατόμου να αλλάξει τη συμπεριφορά του και να συνεργαστεί με τον ειδικό.
Το θέμα της παιδοφιλίας είναι τεράστιο και πολύ σοβαρό. Δυστυχώς, ο «λύκος» θα είναι πάντα εκεί έξω και θα παραμονεύει για να κάνει κακό. Συνεπώς, όποιο μέτρο καταστολής κι αν ληφθεί, όσο αποτελεσματικό κι αν είναι, δεν θα λύσει το πρόβλημα 100%, εάν δεν μεριμνήσουμε όλοι ώστε να μην καλλιεργούνται οι συνθήκες εκείνες που ουσιαστικά «βοηθούν» τον εγκληματία να δράσει ανενόχλητος, ιδίως σε ό,τι αφορά τα παιδιά.

(Σημ : Οι πληροφορίες για τους τρεις τύπους των παιδόφιλων έχουν αντληθεί από το υλικό του Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας, ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, κ. Χρήστου Τσουραμάνη)