Ούτε Λέξη ~ Λούις Σεπούλβεδα

.. Δεν γνωρίστηκαν ούτε σε κάποιο πάρκο, ούτε σε κάποιο χορό…
Αλλά στα μπουντρούμια ενός ζοφερού στρατοπέδου που λέγεται Βίλα Γκριμάλντι…
Και κατέχει δικαιωματικά περίοπτη θέση στο διεθνή κατάλογο της φρίκης και της ατιμίας…

Ήταν νύχτα στο Σαντιάγκο της Χιλής…
Όταν έσυραν τη μελαχρινή έξω από το σπίτι της…
Την έσπρωξαν να μπει σε ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες…
Και μ’ ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της…Ήταν νύχτα στο Σαντιάγκο της Χιλής…
Όταν έσυραν τη ξανθιά έξω από το σπίτι της…
Την έσπρωξαν να μπει σε ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες…
Και μ’ ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της…

Δεν ήταν ούτε νύχτα, ούτε μέρα…
Όταν η μελαχρινή, τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της…
Χρόνος νεκρός…
Χρόνος αμέτρητος…
Είναι γεμάτη μελανιές απ’ τα χτυπήματα, καψίματα από τα ηλεκτρόδια…
Τότε δαγκώνει τα χείλια και μ’ όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει…
” Δεν θα μιλήσω, δεν θα τους πω τίποτα, δεν με νίκησαν “…

Δεν ήταν ούτε νύχτα, ούτε μέρα…
Όταν η ξανθιά, τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της…
Χρόνος μετέωρος…
Χρόνος ακούρδιστος…
Είναι γεμάτη σημάδια από τις μπότες, από το ηλεκτρικό βούνευρο…
Τότε δαγκώνει τα χείλια και μ’ όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει…
” Δεν θα μιλήσω, δεν θα τους πω τίποτα, δεν με νίκησαν “…

Βέβαια έκλαψαν και οι δύο, για λίγο όμως…
Γιατί οι ένδοξες γυναίκες της γενιάς μου και της Ιστορίας μου…
Δεν άφηναν τον πόνο να επιβληθεί σ’ αυτά που έπρεπε να κάνουν…
Να οργανώσουν τη σιωπή…
Να μπερδέψουν την ένοπλη αλητεία…
Ν’ αντισταθούν…

Όταν ειδώθηκαν για πρώτη φορά…
Κάτω από το ισχνότατο ήλιο των 25 watt που φώτιζε περιοδικά το κελί…
Αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν…
Κι αφού η μία περιποιήθηκε τις πληγές της άλλης…
Πέρασαν στην ανταλλαγή πληροφοριών για ότι είχαν προλάβει να δουν…
” Πρέπει να είμαστε στο τάδε μέρος “…
” Είδα να βγάζουν έξω δυο συντρόφισσες που δεν σάλευαν “…
” Μην πιεις νερό μετά το ηλεκτρικό βούνευρο “…

Από το “ματάκι” της πόρτας, οι δήμιοι τις έβλεπαν…
Και τις νόμιζαν πεσμένες, και τις νόμιζαν χαμένες…
Φουκαράδες…
Που να φανταστούν, ότι αυτά τα δύο σώματα ήταν ένας πυρήνας Αντίστασης…

Σήμερα θυμούνται πως κουβέντιαζαν και για άλλα πράγματα…
” Σου έτρεξε το ρίμελ ” είπε η μελαχρινή χαϊδεύοντας τα μαυρισμένα μάτια της ξανθιάς…
” Χάλια είναι το κοκκινάδι σου ” είπε η ξανθιά, χαϊδεύοντας τα πρησμένα χείλια της μελαχρινής…

Η μελαχρινή και η ξανθιά…
Η Κάρμεν και η Μάρσια…
Να τες, βαδίζουν με τη σίγουρη περπατησιά τους…
Και την περηφάνια αυτού που τα έπαιξε όλα…
Αυτά τα σώματα που μιλούν για αγάπη, φυλάνε την αγάπη να μην πέσει…
Αυτά τα χείλη που σε προκαλούν να τα φιλήσεις, γόγγυξαν αλλά δεν είπαν ούτε ένα όνομα…
Ανθρώπου, δέντρου, ποταμού, βουνού, δάσους, δρόμου, λουλουδιού…
Δεν είπαν τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου τους δήμιους…

… Συντρόφισσες της ψυχής και της ελπίδας, με τι καμάρι σας κοιτάζω να περνάτε…

Βασισμένο στο ” Η μελαχρινή και η ξανθιά ” του Λούις Σεπούλβεδα
Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου…