Ο φιλόδικος Έλλην και το ψυχολογικό προφίλ του δικομανούς

Ο φιλόδικος Έλλην και το ψυχολογικό προφίλ του δικομανούς
Συγγραφή-επιμέλεια κειμένου:
Μαρία-Φιλομήλα Κερεμέζη
Εκπαιδευτικός, MSc Forensic Psychology, Mέλος του ΚΕ.ΜΕ

Αναμφίβολα, εμείς οι Έλληνες έχουμε το γονίδιο της δικομανίας… Με το παραμικρό αρχίζουμε τις μηνύσεις και τρέχουμε στις αίθουσες των δικαστηρίων για να λύσουμε τις διαφορές μας. Δεν πρόκειται όμως για νεοελληνικό χούι, αλλά για μακρά εθνική παράδοση. Μετρείστε πόσα δικαστήρια υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα και θα αντιληφθείτε τι εννοώ.
Μερικά από τα δικαστήρια που δίκαζαν ποινικές υποθέσεις ήταν τα ακόλουθα: Το εν’ Αρείω Πάγω που δίκαζε φόνους εκ’ προμελέτης. Το εν’ Παλλαδίω, που συνεδρίαζε εκτός των τειχών και δίκαζε ακούσιους φόνους και φόνους μετοίκων και ξένων. Το επί Δελφινίω, που συνεδρίαζε στο ιερό του Δελφινίου Απόλλωνα και δίκαζε φόνους τους οποίους ομολογούσε ο δράστης αλλά υποστήριζε ότι τους διέπραξε νόμιμα ή σε άμυνα.
Ερευνώντας, στο σήμερα, την δικομανία, την συναντάμε στην Ψυχοπαθολογία σε άτομα με παρανοειδή διαταραχή προσωπικότητας, που τείνουν να αποδίδουν κακόβουλα κίνητρα σε άλλους.
Η παρανοειδής διαταραχή ανήκει στις διαταραχές προσωπικότητας. Το άτομο με παρανοειδή διαταραχή διακρίνεται από:
1)Υποψίες ότι οι άλλοι άνθρωποι το εκμεταλλεύονται, έχουν κακόβουλα κίνητρα και θέλουν να το βλάψουν.
2) Αμφιβολίες για την αξιοπιστία φίλων ή συνεργατών.
3) Κρατά κακία και δεν συγχωρεί προσβολές ή υποτιμήσεις.
4) Έχει επαναλαμβανόμενες υποψίες σχετικά με την πίστη του συντρόφου του.
5) Παρουσιάζει ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, έντονη εκδικητικότητα και δικομανία.
6) Χαρακτηρίζεται από έντονη ηθικολογία και ασκεί έντονη κριτική στους άλλους, ενώ δεν μπορεί να δεχτεί κριτική για τον εαυτό του.

Αν παρατηρήσουμε στην παρανοειδή διαταραχή, το άτομο αντιμετωπίζει θέματα κυρίως με τις διαπροσωπικές του σχέσεις και τα «επιλύει» προσπαθώντας να ελέγξει τον κόσμο που τον περιβάλλει.
Σε αυτήν την προσπάθεια ελέγχου του, βιώνει έντονη καχυποψία, επιθετικότητα,, εκδικητικότητα, ασκεί έντονη κριτική και δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν γύρω του.

Ακριβώς έτσι είναι και οι δικομανείς : άτομα καχύποπτα, που δεν εμπιστεύονται κανέναν. Που είναι ευερέθιστα, εχθρικά και αναιτίως θυμωμένα. Που συχνά είναι φανατικά, ασχολούμενα υπερβολικά με κάθε είδους «αδικία». Ο δικομανής χαρακτηρίζεται από εγωισμό, ισχυρογνωμοσύνη, εκδικητικότητα και αντικοινωνικότητα.Θεωρητικά, η δικομανία μπορεί να θεμελιώνεται πάνω σε μια γενετική συνιστώσα, αλλά και σε εξωγενετικά αίτια, μεταξύ των οποίων οι πρώιμες οικογενειακές δυσκολίες, όπως π.χ. η προβληματική παιδική ηλικία.

Υπ’ αυτήν την έννοια, ο δικομανής είναι ασθενής και αξίζει την κατανόηση, την συμπόνοια και την αρωγή όλων μας, έτσι ώστε να καταστεί υγιής, εάν τούτο βέβαια είναι ακόμη δυνατόν. Δυστυχώς ,όμως αυτό συχνά είναι αδύνατον, εφοόσον ο δικομανής δεν αποδέχεται την τραγική του κατάσταση και αρνείται να υποβληθεί στην κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, με συνέπεια να συνεχίζει να κατρακυλά στον θλιβερό κατήφορο της μηνυσιογραφίας, της καταγγελίας, της εκδικητικότητας και της αντικοινωνικής εν γένει συμπεριφοράς.

Η δικομανία εκδηλώνεται με μία ακατάσχετη παραληρηματική και μη ανακοπτόμενη προσφυγή στην δικαιοσύνη, με στόχο την ικανοποίηση των προσωπικών συμφερόντων του δικομανούς, τα οποία κρύβονται επιμελώς πίσω από το πρόσχημα της δήθεν υπεράσπισης του νόμου, του κοινού περί δικαίου αισθήματος και του δημοσίου συμφέροντος.

Οι ενέργειες των δικομανών ενδέχεται να ζημιώνουν τρίτα άτομα, αλλά το σίγουρο είναι ότι καθυστερούν το έργο της δικαιοσύνης. Φρένο στη δράση αυτών των ατόμων, φαίνεται, ότι έβαλε ως ένα βαθμό η οικονομική κρίση και η αύξηση των δικαστικών εξόδων. Ωστόσο, παραμένει μειωμένος, αλλά σημαντικός ο αριθμός των μηνύσεων.

Για την ουσιαστική μείωση του φαινομένου θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα όπως ο περιορισμός της πολυνομίας και η καλύτερη γνώση της νομοθεσίας από πλευράς των πολιτών. Ακόμη σημαντικότερη, όμως θα ήταν η καλλιέργεια του γόνιμου διαλόγου, με στόχο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, αλλά και την εξεύρεση λύσεων, μέσω συμβιβασμού κατά περίπτωση, ώστε να μην κρίνεται πάντα αναγκαία η προσφυγή στα δικαστήρια.