Μέρμερος και Φέρητας, οι γιοι της Μήδειας

Στην ελληνική μυθολογία με τα ονόματα Μέρμερος και Φέρητας είναι γνωστοί οι γιοι του Ιάσονα και της Μήδειας. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η Μήδεια είχε επτά γιους και επτά κόρες.

Σε κάθε περίπτωση, η Μήδεια σκότωσε το Μέρμερο και τον Φέρητα μαζί με τα αδέλφια τους, παρότι είχαν καταφύγει στο ιερό της Ήρας στην Κόρινθο. Τότε για τιμωρία έπεσε λοιμός στην πόλη, οπότε ύστερα από χρησμό του μαντείου οι Κορίνθιοι όριζαν κάθε χρόνο 7 νέους και 7 παρθένες από τις καλύτερες οικογένειες για να υπηρετούν τη θεά.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, μετά το φόνο του Μερμέρου και του Φέρητα, άρχισαν να πεθαίνουν τα παιδιά των Κορινθίων. Αυτή η συμφορά δε σταμάτησε παρά μόνο όταν με χρησμό καθιέρωσαν ετήσιες θυσίες κατά τις οποίες θυσιάζονταν επτά αγοράκια και επτά κοριτσάκια από τις καλύτερες οικογένειες, με ξυρισμένα τα κεφάλια τους και μαυροφορεμένα.

Σύμφωνα με τα «Ναυπάκτια Έπη», ο Ιάσονας μετά τον θάνατο του Πελία πήγε στην Κέρκυρα, όπου ο μεγαλύτερος γιος του, ο Μέρμερος, σκοτώθηκε από μια λέαινα. Στην Οδύσσεια ο Μέρμερος αναφέρεται ως βασιλιάς της Εφύρας στη Θεσπρωτία και πατέρας του Ίλου, ενώ σε άλλες πηγές μυθολογείται ως γιος του Φέρητος.

Ο γάμος

Ο γάμος του Ιάσονα και της Μήδειας έγινε κρυφά στο σπήλαιο της Μάκριδος στη Σχερία, που έκτοτε θεωρούνταν ιερό της Μήδειας. Το γάμο τέλεσε κρυφά η βασίλισσα των Φαιάκων Αρήτη, επειδή ο σύζυγός της βασιλιάς Αλκίνοος υποσχέθηκε στους διώκτες της Μήδειας Κόλχους να τους την παραδώσει αν δεν είχε ακόμη δεθεί ερωτικά με τον Ιάσονα. Γάμος και ένωση επισπεύσθηκαν. Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή, οι γάμοι τελέστηκαν στην Κολχίδα, όπου παρέμεινε ο Ιάσονας για τέσσερα χρόνια πριν τελέσει τους άθλους του.

Μετά τον θάνατο του Πελία το ζευγάρι κατέφυγε στην Κόρινθο, τόπο καταγωγής του πατέρα της Μήδειας, Αιήτη. Σύμφωνα με τον Διόδωρο έζησαν δέκα χρόνια μαζί και απέκτησαν παιδιά, δύο ή τρία, οι δύο πρώτοι δίδυμοι, ο Θεσσαλός και ο Αλκιμένης, και ο τρίτος, πολύ μικρότερος απ’ αυτούς, ο Τίσανδρος. Και ενώ στην αρχή την τιμούσε ο Ιάσονας, αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του βασιλιά Κρέοντα να τον παντρέψει με την κόρη του Γλαύκη ή Κρέουσα, είτε για να συνδέσει τα παιδιά του με τον βασιλικό οίκο της Κορίνθου είτε γιατί η Μήδεια είχα πια μεγαλώσει και η ομορφιά της ήταν πιο θαμπή μπροστά στη νεαρή Γλαύκη. Η Μήδεια θα εξοριζόταν. Με την προθεσμία μιας μέρας που κέρδισε η Μήδεια ετοίμασε την εκδίκησή της.

Αλείφει με μαγική αλοιφή ένα πολύχρωμο φουστάνι, ένα χρυσό στεφάνι και άλλα στολίδια και κοσμήματα και τα στέλνει στη Γλαύκη. Το δηλητήριο ενεργοποιήθηκε αμέσως μόλις τα φόρεσε, όπως το πουκάμισο που έστειλε η Δηιάνειρα στον Ηρακλή περιχυμένο με το αίμα και το σπέρμα του Κένταυρου Νέσσου. Το κορίτσι κάηκε, το ίδιο και ο πατέρας της που έτρεξε να τη βοηθήσει και το παλάτι.

Με τον Ιάσονα απέκτησε δύο παιδιά. Με αυτά τα παιδιά έστειλε τα δηλητηριασμένα ρούχα και κοσμήματα στη Γλαύκη/Κρέουσα και αμέσως μετά τα σκότωσε.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η Μήδεια όχι μόνο δεν σκότωσε τα παιδιά της αλλά είχε προσπαθήσει να τα κάνει αθάνατα. Γι’ αυτό τα έκρυβε στον ναό της Ήρας, επειδή πίστευε ότι η θεά θα τα έκανε αθάνατα· όμως τα παιδιά πέθαιναν.

Κατά άλλες εκδοχές οι Κορίνθιοι σκότωσαν τα παιδιά της, δεκατέσσερα συνολικά, πάνω στον βωμό της Ακραίας Ήρας, επειδή κουβάλησαν με τα χέρια τους τα φονικά δώρα της μητέρας τους. Τότε ξέσπασε λιμός στην πόλη και πέθαιναν τα μωρά. Για να εξιλεωθούν οι Κορίνθιοι, έστησαν στον τάφο τους το άγαλμα μιας γυναικείας μορφής με άγρια έκφραση που το ονόμαζαν Δείμα = Φόβητρο. Ή, κατά άλλη εκδοχή, οι πολίτες αφιέρωναν στον ναό της θεάς κάθε χρόνο στα Ηραία επτά αγόρια και επτά κορίτσια, τα έντυναν στα μαύρα, τους έκοβαν τα μαλλιά και έκαναν θυσίες. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να εξευμενίσουν και τα παιδιά της Μήδειας και την οργή της θεάς Ήρας.