ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Σ’ ΑΝΑΜΟΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ
Δεν είναι να χαρώ στον κόσμο άλλο
τίποτα πια. Τα χέρια σου βαριά
γεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.
Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.
Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιά
σε μένα, τη μια ωραία και χωριστή
στράτα για να με βρη πούχες χαράξει
σ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.
Ω, δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσης
μον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώ
και να με βρει σαν άξαφνη χαρά.
-Τη περηφάνεια μου μην ταπεινώσης
κύττα, μη μου λερώσης τα φτερά.

(ημιτελές)

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ
Ψυχή μου, του άσωτου καημού παιδί, σαν ποια προσμένεις
γαλανή μέρα να διαβή, μαζί της να σε πάρη;
Κάτω απ’ το φως δε θα μπορής τα όνειρα ν’ ανασταίνης,
θα σβήση η ωραία φλόγα σου και θα σου μείνη η χάρη,
μέσα σε θρόνο ολόχρυσο καρτερικά να μένης
σα σ’ ένα πλούσιο κόσμημα χλωμό μαργαριτάρι.
Της Νύχτας, σα μυστήριο του Άδη σκοτεινιασμένης
περνάει το φάσμα, κοίταξε, με θριαμβικό καμάρι.
Σήκωσε τα περήφανα χέρια σου και δεήσου
να γίνης ένα απ’ τα πολλά τα μαύρα μυστικά της,
να μη σ’ αγγίζη η ελπίδα, όπως τ’ ανήλια της αβύσσου
η αχτίδα, για τα πρόσχαρα πούνε για σένα ξένα.
Και μόνο η σκέψη κάποτε στο άσκοπο πέταμά της
να βρίσκης όλα που πόθησες, τα ωραία στερημένα.

1923

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΤΗ…
Την ώρα τούτη, όσο ποτέ, σε συλλογιέμαι
ερημική ψυχή, ξένε διαβάτη.
Φίλοι κι’ αγάπες ήταν γύρω σου! (Πλανιέμαι
ή αλήθεια λυπημένο είχες το μάτι;)
Ούτε μια αγάπη, ούτε ένας φίλος τόσο
που σε μιαν ώρα σαν αυτή,
το χέρι να σου σφίξη. (Θα γλυτώσω
τη φήμη σου απ’ την ψεύτικη γιορτή).
Δεν εστεκόταν, ναι, κανείς τόσο κοντά σου
και κάποτε όποιον «φίλον» ονομάζεις
στη μοίρα σου είνε πρόκληση, ξεφώνημά σου
στην ερημιά που η σιωπή της σε τρομάζει.
Μονωμένος φριχτά, με ξεσκισμένη
ελεεινά την πορφύρα σου του ονείρου,
τράβηξες για μια χώρα ξακουσμένη
κι’ άφαντη, στη βαθιά καρδιά του απείρου.

1929