Ιστορίες για αγρίους: Δικαστικές πλάνες στην Ελλάδα που καταδίκασαν αθώους

Υπόθεση Σταυρούλας Κατσαφαρέα
Πάσχα του 1990, το βράδυ πριν την Ανάσταση, ο 58χρονος αγροφύλακας Παύλος Κατσαφαρέας και η 57χρονη σύζυγός του Κανέλλα βρέθηκαν δολοφονημένοι μέσα στο σπίτι τους στο Νέο Οίτυλο Λακωνίας. Το ζευγάρι είχε δεχθεί πολλαπλούς πυροβολισμούς εν ψυχρώ με δύο διαφορετικά όπλα, που οι ιατροδικαστές πιστοποίησαν πως χρησιμοποιήθηκαν σίγουρα από επαγγελματίες δολοφόνους.

Παρόλα αυτά, η ταυτότητα των δραστών παρέμεινε ένα μυστήριο και βασική ένοχη θεωρήθηκε η κόρη τους, Σταυρούλα Κατσαφαρέα, που ήταν εκείνη που βρήκε πρώτη τους δολοφονημένους γονείς της. Συγγενείς της οικογένειας και άλλοι συγχωριανοί δεν δίστασαν να κατηγορήσουν εκείνη και τον σύζυγό της για την δολοφονία ισχυριζόμενοι οικογενειακές διαφορές για ζητήματα περιουσίας.

Το αυθαίρετο “σούσουρο” που δημιούργησαν γύρω από το όνομά της, οδήγησε τελικά τη γυναίκα μπροστά στον ανακριτή και σύντομα σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Παρά το άλλοθι που παρουσίαζε, αλλά και το γεγονός ότι δεν ταίριαζε με το προφίλ των δραστών που είχε σκιαγραφήσει η αστυνομία μέσω των στοιχείων, η 37χρονη Σταυρούλα Κατσαφαρέα καταδικάστηκε τον Νοέμβριο του 1991 σε δύο φορές ισόβια για την δολοφονία των γονιών της.
Δύο χρόνια αργότερα ασκήθηκε ποινική δίωξη για συμμετοχή στην δολοφονία εις βάρος και της μικρότερης κόρης του άτυχου ζεύγους και του συζύγου της. Ελλείψει στοιχείων το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας αθώωσε και τους δύο τον Μάιο του 1995. Η Σταυρούλα όμως παρέμενε ακόμα στις φυλακές Κορυδαλλού επιμένοντας με όλη της την ψυχή για την αθωότητά της.

Λίγο αργότερα, οι τρεις κατηγορούμενοι δικάστηκαν και πάλι για την υπόθεση με πολλούς μάρτυρες να καταθέτουν εναντίον τους, όχι επειδή γνώριζαν κάτι, αλλά επειδή “απλά πίστευαν ότι μόνο αυτοί θα μπορούσαν να είναι οι ένοχοι”! Είχε όμως αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι βρισκόντουσαν σε άλλο μέρος (στο χωριό Αρεόπολη) την ημέρα του διπλού φονικού, ενώ κανείς τους δεν γνώριζε και από όπλα. Επίσης οι ιατροδικαστές συνέχισαν να επιμένουν ότι οι εκτελεστές ήταν επαγγελματίες.

Μετά από πέντε χρόνια άδικης φυλάκισης και ξεδιάντροπης διαπόμπευσης, η Σταυρούλα Κατσαφαρέα κρίθηκε επιτέλους αθώα στις 8 Δεκεμβρίου του 1995. Δεν αποζημιώθηκε ποτέ για την αναίτια καταδίκη της, παρά τις συνεχείς προσπάθειές της και την οικονομική καταστροφή εκείνης, της αδερφής της και του γαμπρού της.

“Κατηγορήθηκα άδικα για τη δολοφονία των γονιών μου, τους οποίους λάτρευα και κανείς πια δεν μπορεί να μου τους φέρει πίσω. Νιώθω πικρία γιατί ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας, στους ψευδομάρτυρες δηλαδή, υπήρξαν και συγγενικά μου πρόσωπα. Πληγώθηκα από τους ανθρώπους, έχασα το γέλιο μου, καταστράφηκα από το άδικο αυτής της κοινωνίας…”

Λίγο καιρό αργότερα αποκαλύφθηκε πως ο πραγματικός δολοφόνος ήταν ο κακοποιός Βασίλης Σούφλας, μέλος της εγκληματικής ομάδας, γνωστής ως “Συνδικάτο του Εγκλήματος“. Η εγκληματική οργάνωση αποδείχθηκε ένοχη για πλήθος κατά συρροή εγκλημάτων μέχρι τα μέσα τις δεκαετίας του ’90, από δολοφονίες μέχρι ένοπλες ληστείες και εκβιασμούς, μεταξύ αυτών και για τον φόνο του ζεύγους Κατσαφαρέα.

Οι αιτίες πίσω από την δολοφονία του ζευγαριού παρέμειναν άγνωστες, καθώς τα περισσότερα μέλη της οργάνωσης είχαν ήδη βρεθεί δολοφονημένα, πιθανώς από άλλα μέλη του Συνδικάτου.

Η τραγική υπόθεση όμως της Σταυρούλας Κατσαφαρέα έμεινε στην ιστορία ως άλλη μια κατάφωρη δικαστική πλάνη με συν-αυτουργό το ανήθικο λαϊκό δικαστήριο.