ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΗΣΗ

Αρνήθηκε πεισματικά να μεγαλώσει,
σε πείσμα των φθορών της σάρκας,
αντιρρησίας εκ γενετής,κουβαλούσε στην πλάτη το βαρύ φορτίο της ανθρώπινης υπόστασης,
δεχόμενος ισχυρές πιέσεις για να παραιτηθεί των καθηκόντων του,πού αφορούσαν στο αναφαίρετο δικαίωμα
της υπεράσπισης των αδύναμων κρίκων της συνεκτικής αλυσίδας κοινωνικής ισονομίας.

Έσταζε στο μέτωπο του ο ιδρώτας της αγωνίας του,
το χαμόγελο του ξίνιζε σαν το παλιό σταφύλι λόγω των καταστάσεων,
ρυτίδες φόβου χαράκωναν το βλέμμα του σαν μαχαιριές στον κορμό ενός δέντρου,
τα χάδια του αποκτούσαν την αίσθηση καρφίτσας μπηγμένης στο δάχτυλο όταν επιχειρούσε να προσφέρει τρυφερότητα στις κακοραμένες ψυχές.

Η άρνηση του σταθερή,δεν επέτρεψε στον χρόνο να διαφθείρει τα κύτταρα της αγνότητας του,η φήμη του εξαπλώθηκε σαν πυκνός καπνός από πυρκαγιά σε κλειστό δωμάτιο,έγινε πρότυπο για τις επερχόμενες γενιές του μηδενικού ορίου αντοχής προβλημάτων.

Εξασκούσε την σφριγηλή του γοητεία στα γυμναστήρια της ειλικρίνειας,αφοπλιστικές οι δηλώσεις του στην ψυχική ε-υ-φορία τακτοποίησης εκκρεμοτήτων ωριμότητας.

Φορούσε στον λαιμό ένα χειροποίητο περιδέραιο ρομαντισμού,
φτιαγμένο από χάντρες ευαισθητοποίησης,
στο κορμί του είχε καταφέρει να επουλώσει τις πληγές των σφαλμάτων του χρησιμοποιώντας αιθέρια έλαια χαρακτήρα.

Αρνήθηκε να μεγαλώσει,παρέμεινε στην ίδια τρυφερή ηλικία που ζητούσε στις γιορτές δώρο απ τον ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ.

Περιμένοντας μία ολόκληρη ζωή να του φέρει πίσω τις στιγμές,που ξόδεψε στα χρονόμετρα του λανθασμένου τρόπου επιβίωσης των ονείρων.

Γ ΜΙΧ

Γεώργιος Μιχαλόπουλος