ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟ ΚΡΥΦΤΟ
**********************************
Μερική αποψίλωση έγινε πρώτα!
Κι ήρθαν ύστερα άλλοι.
Έβαλαν χέρι στα δάση τους και τα δέντρα έκαψαν.
Όσα δεν έπεσαν στη γη με φωτιές παλέψανε.
Πήρε η βροχή τα κομμένα κορμιά τους
και με χιόνι σκεπάστηκαν τα καμμένα τα ξύλα,
να μη φαίνεται μαύρος
ο χειμώνας καιρός

Ρημαγμένοι μου τόποι!
Θαύμα ο κάθε νέος σας, θύμα ο παλιός.
Σπιούνοι και προδότες σας πήραν στο κατόπι
Εγώ το μαρτυράω
και σας θέλω αλλιώς

Πνίγεται η ανάσα μου σε καπνούς θανάτου.
Άφιλτρο τσιγάρο σε θολό τοπίο εμένα αλαργεύει και
χρόνο με το χρόνο μαζί μου λιγοστεύει
και το δικό σας φως.

Προσκυνώ το ακάματο του ταγμένου οράματος.
Έβαλα στα θαύματα την κυρά της Ρω σε ένα τόπο άβατο
Έσκυψα και άνοιξα στο χώμα αμπολές
Και μαζεύτηκαν νερά
Και γεμίσαν όνειρα οι δεξαμενές
Να πλένεται η κυρά μου

Και τώρα;
Μερική αποτέφρωση γίνεται τώρα! Σκλάβες Uber alles!
Σκλάβα και εσύ κυρά μου!
Ένα μάτι ο έλεγχος
κι όμως νιώθεις λεύτερη
Ένας αριθμός με θέση και γραμμή
κι όμως νιώθεις λεύτερη
Ένας κωδικός πρόσβασης και υποταγής
κι όμως νιώθεις λεύτερη
Καρμικά δεμένη στο άρμα της νηστείας και της προσευχής
κι όμως νιώθεις λεύτερη
Δούλες εποχής άγονται και φέρονται, εμπόρευμα χρυσό
Πωλούνται τους χειμώνες
Σκλάβες Uber alles!

Μάνα, πόσο κόστισαν για να μεγαλώσουν
παίζοντας την άνοιξη τα παιδιά στα δάση σου
κλέφτες κι αστυνόμοι;

Τη τράπουλά σου ανοίγω και σημαδεμένη σε βλέπω στα χαρτιά
να χάνεις τη σοδειά σου κι εγώ, που τα φυλάω, αρχίζω να μετρώ
Ένα βγαίνει ο Θόδωρος
Δυο βγαίνει ο Ρήγας
Τρία ο Ιωάννης
Κι ύστερος τής λευτεριάς, ο Ελευθέριός σου
Φτου ξελευτερία!

Η μάνα τα φυλάει και ξανά μετράει
Ένα
Δύο
Τρία
Δικά μου τα παιδιά
Με το σπαθί τους ζω και το δικό τους χέρι με κόβει με μαχαίρι
Απλώνομαι, σκοτώνομαι
Φιλιώνω, συρρικνώνομαι
Δικά μου είναι τα κρίματα, δικά μου τα παιδιά
πεθαίνω κι ανασταίνομαι

Τα φυλάει η μάνα και παραμιλάει

Ρημαγμένοι τόποι μου!
Θαύμα είναι ο νέος μου, θύμα ο παλιός μου.
Σπιούνοι και προδότες πήραν το κατόπι μου
Ρωτάνε και απορούν
Ποιοι είναι οι Τιτάνες και ποιοι είναι οι δεσμώτες;

Κι έρχονται οι Χρυσοί και μαζί οι Γυάλινοι
Φωνάζουνε τον Γύπα, του δέσμιου να σκίζει,
να τρώει τα σωθικά
Και φέρνουνε τσιγγάνες να ρίξουν τα χαρτιά
Η μία τα απλώνει
Η άλλη τα σκοτώνει
Η τρίτη που ξεπλένει, μοιράζει εν κρυπτώ συστάσεις ψυχραιμίας
Κι ύστερα έρχονται άλλες
Σκλάβες Uber alles
Και μαζεύονται Τιτάνες με τα όργανα
και οδύρονται εν χορώ

Αχ! Κυρά της Ρω
Προτιμώ ένα άφιλτρο και βαρύ σου σέρτικο
Καρέλια ή Κεράνη να έχει μέσα ρο
Αχ! Κυρά της Ρω
και ένα γράμμα άχρωμο η δική μου θάλασσα
με αίμα μου να γράψει
Αχ! Κυρά της Ρω
Να στο έφερνε ο καπνός
Να το διάβαζαν θεριά,
όταν βλέπαν τα παιδιά τους να τα πνίγει ο καημός,
και φωνάζουν : Μάνα μου!

Αχ! Κυρά της Ρω…
Πνίγεται η ανάσα μου σε καπνούς θανάτου.
Άφιλτρο τσιγάρο σε θολό τοπίο εμένα αλαργεύει και
χρόνο με το χρόνο μαζί μου λιγοστεύει
και το δικό σου φως.
………………………
…………………
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ* …