Κ ΘΕΟΤΟΚΗΣ!ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ 13 ΜΑΙΟΥ 1872

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα και το 1889 εγγράφηκε στη Σορβόνη για σπουδές φυσικομαθηματικών.

Το 1895 παντρεύτηκε τη βαρόνη φον Μάλοβιτς με την οποία απέκτησε μια κόρη την οποία έχασαν το 1900 σε ηλικία 5 ετών. Ο Κ. Θεοτόκης πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και τον πόλεμο του 1897, ενώ στη συνέχεια έφυγε για το Γκρατς της Αυστρίας και αργότερα για το Μόναχο όπου και στράφηκε στο μαρξισμό, διατηρώντας ταυτόχρονα επαφή με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας, ενώ η στροφή του στα σοσιαλιστικά ιδανικά τον οδήγησαν στη ρεαλιστική γραφή. Τα έργα του «Η Τιμή και το Χρήμα», «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» και η «Ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» τον έφεραν στην πρωτοπορία της λογοτεχνίας μας. Γνώστης δέκα γλωσσών, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, επιμελήθηκε επίσης εξαιρετικές μεταφράσεις.

Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Θεοτόκης συνεργάστηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ το 1917 η πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας επέφερε την οικονομική κατάρρευση της οικογένειάς του και τον κλονισμό της υγείας του. Εργάστηκε ως διευθυντής λογοκρισίας για δύο μέρες, και ως υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα, λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης. Αφησε την τελευταία του πνοή στην Κέρκυρα την 1η ΙΟΥΛΙΟΥ 1923

ΣΟΝΕΤΑ

Σηκώθη τ’ άγιο δίκιο της να λάβει
Όλη η αργατιά με φρόνημα γενναίο
Ισονομίας κηρύχνει νόμο νέο
Και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει
Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει
Και με καλούν μύριες φωνές να λέω
Θούριο τραγούδι: σ’ ένα πέλαο πλέω
Χαράς λεύτεροι ανθρώποι είναι όλοι οι σκλάβοι.
Μα για να σκίσω τις ανάερες ρούγες
Που θα με βγάλουν στον ψηλό Ελικώνα
Πρέπει γοργά αργυρόχρυσες φτερούγες
Αγάπη αρμονική να μου χαρίσει.
Τι δεν μπορεί ψυχής βαριάς εικόνα
Της Κασταλίας να καθρεφτίσει η βρύση.

1917

Του κάρου η ρόδα εκεί όπου συχνοτρέξει,
Της πολιτείας η ρούγα βαθουλώνει
Κι ευθύς ο λάκκος πλημμυρά όταν βρέξει
Κι άπαστρη λάσπη το νερό θολώνει.
Κι όταν πάλι στερνά ο καιρός ξεφέξει
Κι αποβροχάρης, των σπιτιών χρυσώνει
Τη στέγη ο ήλιος, έρχεται να παίξει
Η αχτίδα στο λιμνί και σε θαμπώνει.
Κι αντιφωτά στον ήλιο ο δρόμος όλος,
Τα χτίρια τα ψηλά, ο γαλάζιος θόλος,
Τα γνέφη ροδοκόκκινα και βάθος
Άμετρο βλέπεις μες της γης. Θε να ’ναι
Περίσσιες οι ψυχές που όμοια πλανάνε.
Μα κι άλλες μαύρες κι άγριες απ ’το πάθος.

Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει
Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Kι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
Tη γη που απ’ τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη
O πόθος φλογερός με σπρώχνει.
Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ’ αργυρό σου
Tο γέλιο που τ’ ακούν μαζί μου κι άλλοι
Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ
λη 1923.