ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΚΟΝΟΜΟΣ ΠΟΙΗΣΗ

358) Άης Βασίλης Έρχεται

Άης Βασίλης έρχεται από τη Λαπωνία
νύκτα μέρα ταξιδεύει δώρα να μοιράσει
σ’ όλα της γης τα μήκη και τα πλάτη
από τη μακρινή Ανταρκτική έως τη Σομαλία.

Το έλκηθρο το σέρνουνε τάρανδοι μες το χιόνι
να πάει σε Ανατολή να πάει και στη Δύση
να καταλήξει στην Αμερική που ‘ χει το πάνω χέρι,
ακόμη και στη κατανάλωση μας έχει βάλει Φέσι.

Τα παιδιά κάνουνε όνειρα, κάνουν παραγγελίες
στέλλουνε γράμματα, μηνύματα ηλεκτρονικά
και πρέπει να προλάβει ανοικτές τις Υπεραγορές
για να ‘γοράσει, έστω και απ τις προσφορές.

Πιστός στον όρκο του τρέχει και δε προφτάνει
θέλει πολλούς εταίρους κυρίως το παππού
τον οβολό στον κουμπαρά να βάλει για
του εγγονού το δώρο.

Κάποτε έμπαινε κι από τις καμινάδες,
μα τελευταία άσπρισε και καμπούριασε
χρειάζεται τις σκάλες, έστω τις κυλιόμενες
και τους ανελκυστήρες.

Παράλληλα, ο Άγιος, πάχυνε, έβαλε βάρος μιάλο
και κρεμασμένος μένει επάνω στα μπαλκόνια,
μαζί με τα σακούλια.

Άης Βασίλης ειν αυτός, είναι και Ευρωπαίος
παρόλο πουν’ ξενόφερτος έγινε τέλεια, Κυπραίος.

Το έργο του είναι βαρύ πρέπει να το τιμήσει
του κόσμου όλου τα παιδιά με δώρα
να τα ευχαριστήσει.
Είναι έξυπνος και ευρηματικός και πάντα βρίσκει τρόπο
τα δώρα, να βάλει, κάτω απ τα δένδρα, χωρίς να πάρουν πρέφα.

ΚΟΝΟΜΟΣ, 99-375607