ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΤΗΣ!

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Ένα γέρικο λιοντάρι, μη μπορώντας να βρει τροφή με τη δύναμη, αποφάσισε να το κάνει με την πονηριά. Πήγε λοιπόν σε μια σπηλιά, ξάπλωσε μέσα κι έκανε το άρρωστο· έτσι έπιανε τα ζώα που έρχονταν να το επισκεφθούν και τα καταβρόχθιζε. Αφού έφαγε πολλά αγρίμια, μια αλεπού αντιλήφθηκε το τέχνασμά του· πήγε λοιπόν και στάθηκε έξω από τη σπηλιά και το ρωτούσε πως πάει η υγεία του. «Άσχημα», της απάντησε εκείνο και μετά τη ρώτησε για ποιο λόγο δεν μπαίνει μέσα. Τότε εκείνη του απάντησε: «Θα έμπαινα αν δεν έβλεπα πολλές πατημασιές να μπαίνουν μέσα, αλλά καμία να βγαίνει».
[Έτσι και οι μυαλωμένοι άνθρωποι προβλέπουν τους κινδύνους από διάφορα σημάδια και τους αποφεύγουν.]

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ

Ένας ποντικός πέρασε τρέχοντας πάνω από το σώμα ενός κοιμισμένου λιονταριού. Εκείνο τότε τινάχτηκε πάνω, τον έπιασε κι ετοιμαζόταν να τον φάει, λέγοντας πως, αν του χαρίσει τη ζωή, θα του το ξεπληρώσει. Το λιοντάρι γέλασε και τον άφησε να φύγει. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και η τύχη το έφερε να σωθεί από την ευγνωμοσύνη του ποντικιού. Πράγματι, το έπιασαν κάτι κυνηγοί και το έδεσαν σ’ ένα δέντρο με σχοινί. Μόλις λοιπόν άκουσε ο ποντικός το λιοντάρι να στενάζει, έτρεξε, ροκάνισε το σχοινί, κι αφού το απελευθέρωσε, του είπε: « Εσύ τότε με περιγέλασες, γιατί δεν πίστεψες ότι θα σε ξεπλήρωνα. Τώρα όμως ξέρε το καλά πως οι ποντικοί ανταποδίδουν τις ευεργεσίες».
[Ο μύθος δηλώνει ότι, με τα γυρίσματα του καιρού, έρχεται στιγμή που και οι πανίσχυροι χρειάζονται τη βοήθεια των πιο αδύναμων.]

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΓΡΙΑ

Ένας πεινασμένος λύκος τριγυρνούσε ψάχνοντας για τροφή. Μόλις λοιπόν έφτασε σε μια αγροικία, άκουσε μια γριά ν’ απειλεί ένα παιδί που έκλαιγε, ότι αν δε σταματήσει, θα το δώσει στο λύκο• νομίζοντας λοιπόν ο λύκος πως η γριά έλεγε την αλήθεια, κάθισε και περίμενε. Όταν όμως βράδιασε, βλέποντας πως τίποτα τέτοιο δε γινόταν, έφυγε λέγοντας: «Σ’ αυτή την αγροικία οι άνθρωποι άλλα λένε και άλλα κάνουν».
[Ο μύθος αυτός ταιριάζει στους ανθρώπους που τα έργα τους βρίσκονται σε διάσταση με τα λόγια τους.]

ΟΧΙΑ ΚΑΙ ΑΛΕΠΟΥ

Μια οχιά μεταφερόταν προς κάποιο ποταμό πάνω σ’ ένα δεμάτι αγκάθια• μια αλεπού που περνούσε, μόλις την είδε, είπε: «Άξιος του πλοίου του ο ναυτικός».
[Η διήγηση θα μπορούσε να ταιριάξει σε άντρα πονηρό που καταπιάνεται με μοχθηρά πράγματα.]

Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΑΛΑΤΙ

Ένας γάιδαρος που κουβαλούσε ένα φορτίο αλάτι περνούσε ένα ποτάμι. Γλίστρησε όμως κι έπεσε στο νερό και, καθώς το αλάτι έλιωσε, σηκώθηκε ελαφρότερος. Αυτό τον χαροποίησε ιδιαίτερα, και γι’ αυτό μια άλλη φορά που περνούσε φορτωμένος με σφουγγάρια, όταν έφτασε σ’ ένα ποτάμι, σκέφτηκε πως, αν ξαναπέσει, θα σηκωθεί ελαφρότερος. Γλίστρησε λοιπόν επίτηδες, αλλά τα σφουγγάρια απορρόφησαν το νερό και βάρυναν, οπότε ο γάιδαρος, μη μπορώντας να σηκωθεί, πνίγηκε στο ποτάμι.
[Έτσι και μερικοί άνθρωποι πέφτουν σε συμφορές από τα ίδια τους τα τεχνάσματα.]

Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΛΕΟΝΤΗ

Ένας γάιδαρος φόρεσε τομάρι λιονταριού και τριγυρνούσε φοβίζοντας τα ζώα. Μόλις είδε μια αλεπού, προσπάθησε να την τρομάξει και αυτή. Εκείνη όμως τον είχε ακούσει προηγουμένως να γκαρίζει, και του είπε: «Να ξέρεις πως κι εγώ θα σε φοβόμουν, αν δε σε είχα ακούσει να γκαρίζεις».
[Έτσι και κάποιοι αμόρφωτοι, που περνιούνται για σπουδαίοι με τον κομπασμό που δείχνουν, αποκαλύπτονται από την ίδια τους τη φλυαρία.]

Ο ΧΩΡΑΤΑΤΖΗΣ ΒΟΣΚΟΣ

Ένας βοσκός που ’βγαζε το κοπάδι του πιο έξω από κάποιο χωριό, έπαιζε το παρακάτω παιχνίδι: φώναζε τους χωριάτες σε βοήθεια λέγοντας πως λύκοι έπεσαν στα πρόβατα. Δυο φορές και τρεις την έπαθαν οι χωριάτες, έτρεξαν και γύρισαν πίσω γελασμένοι. Αλλά συνέβη μια φορά να πέσουν αληθινά λύκοι. Την ώρα που αποδεκάτιζαν το κοπάδι ο βοσκός φώναζε σε βοήθεια τους χωριάτες, αλλά εκείνοι, νομίζοντας πως κάνει τα αστεία του, δε νοιάστηκαν καθόλου. Κι έτσι ην έπαθε κι έχασε τα πρόβατά του.
[Ο μύθος σημαίνει ότι οι ψευδολόγοι έχουν ως μόνο κέρδος το να μη γίνονται πιστευτοί και όταν λένε αλήθεια.]