ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ…

Ευγένιος Αρανίτσης

Βέγγος

Για να καταφεύγει ο Βέγγος τόσο συχνά στην προσφώνηση «Καλοί μου άνθρωποι!», πά’ να πει ότι υπήρχαν και κακοί -διαφορετικά η διευκρίνιση θα περίττευε.

Τώρα οι κακοί, οι άπληστοι, οι πωρωμένοι, οι μηδενιστές και οι τεχνοκράτες επελαύνουν κερδίζοντας τις μάχες σε όλα τα μέτωπα, ενώ ο Βέγγος χάνεται μαζί με την τελευταία συγκινησιακή ανταύγεια της δεκαετίας του ’60, στην ψυχική ευρυχωρία της οποίας είχε τρέξει και ξανατρέξει αλωνίζοντας και καλώντας τους πάντες σε επαγρύπνηση εν όψει μιας απειλής που ουδέποτε κατονόμαζε. Εκ των υστέρων, έχουμε αμέτρητους λόγους να υποθέσουμε πως η τελευταία δεν ήταν παρά ο κίνδυνος να αποκοπούμε απ’ το συναισθηματικό φως του παρελθόντος της ζωντανής γειτονιάς.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ, το τρέξιμο του Βέγγου στην πόλη, η αδιάκοπη κίνηση πάνω-κάτω και γύρω απ’ την εστία κάθε μικροσυμβάντος είναι μια τρελή τροχιά απείρως πιο αγωνιώδης και ομιλητική απ’ ό,τι των διάσημων συναδέλφων του της κινηματογραφικής κωμωδίας, όπως ο Λουί ντε Φινές ή, παλαιότερα, ο Τσάπλιν.

Μ’ αυτούς μοιράζεται, φυσικά, τη σπασμωδική τεθλασμένη και την ταχύτητα μιας κίνησης που προκύπτει απ’ την καταδίωξη: όλοι αυτοί οι κωμικοί τρέχουν σαν να τους κυνηγούν, για να μην πούμε ότι τους κυνηγούν όντως κάθε είδους απειλές και παρεξηγήσεις, αντικείμενα που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και παλιάνθρωποι. Ωστόσο υπάρχει στον Βέγγο, επιπλέον -και κυρίως-, μια δόση αστείρευτης αγάπης για εκείνους που αναλαμβάνει να προστατέψει και που δεν είναι παρά οι ίδιοι οι θεατές: ο Βέγγος τρέχει θέλοντας να προειδοποιήσει για μιαν επερχόμενη καταστροφή, τρέχει αντιστεκόμενος στην εισβολή ενός παράλογου τρόπου ζωής που έρχεται απ’ το μέλλον και που ήδη έχει κατακτήσει, στις ταινίες εκείνες, το εσωτερικό των σαλονιών της ανώτερης τάξης με τη γοητεία των πλαστικοποιημένων επιφανειών και την υπνωτιστική επιρροή των επίπλων ντιζάιν στις αποφάσεις του Κωνσταντάρα και της Μάρως Κοντού.

Εν ολίγοις, ο Βέγγος τρέχει, όχι μόνον επειδή δεν τον χωράει ο τόπος, αλλά επίσης για να σημάνει συναγερμό.

ΤΡΕΧΕΙ και τρέχει θέλοντας να μας πει ότι η συμφορά δεν είναι αυτή που μας βρήκε αλλά εκείνη που πρόκειται να μας βρει όταν θα λησμονηθεί οριστικά και αμετάκλητα το περίφημο εκείνο κάτι, αυτός ο προ πολλού μισοχαμένος θησαυρός που ο ίδιος ψάχνει εδώ κι εκεί και που δεν είναι άλλος απ’ τη διαπροσωπική συμπάθεια ως ιδανική ρίζα κάθε επιθυμίας και κάθε αιτιότητας.

Τρέχει διαλαλώντας ότι η ευτυχία τού να περιστοιχίζεσαι από καλούς ανθρώπους εκπνέει όπου να ‘ναι, σημαδεμένη από την ημερομηνία λήξης της διαφαινόμενης αλματώδους προόδου στην τεχνολογία των τηλεοράσεων και των ψυγείων. Τρέχει σπάζοντας όλα τα ρεκόρ νευρικότητας και υπερδιέγερσης για να μας μεταδώσει, με κωμικό τρόπο, το νόημα της τελευταίας ευρωπαϊκής τραγωδίας: δηλαδή την επίγνωση ότι κάθε ρεκόρ, κάθε επίτευγμα έχει χαρακτήρα αποχαιρετιστήριο. Σ’ αυτό συνίσταται η ιδιοφυΐα του.

ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ προφήτης. Ήταν ο πιο ενστικτώδης, καλόκαρδος και ταλαντούχος ταχυδρόμος που είχαμε ποτέ.

Πηγή: Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 07/05/2011

O Nίκος Kούνδουρος, είπε:

Ως γόνος μεγάλης οικογένειας που ήμουν, οι βασανιστές θέλησαν να αλαφρύνουν το δικό μου βασανιστήριο στο Μακρονήσι. “Ζήτα μια χάρη και θα σου την κάνουμε”, μου είπαν, και το μόνο που ζήτησα ήταν, να με αφήσουν να πάω να μείνω στο βουνό, χωρίς φαΐ και χωρίς νερό, ενδεχομένως, αρκεί να μην τους βλέπω και να μη με βλέπουν. Το δέχτηκαν!

Την πρώτη μέρα τράβηξα για το βουνό, βρήκα ένα μέρος να κάτσω και βάλθηκα να ατενίζω την απέραντη μοναξιά του τοπίου. Ξάφνου, ένας γρήγορος, αεράτος τύπος, εμφανίζεται κρατώντας κάτι πασσάλους στα χέρια του και δυο τρία κομμάτια ύφασμα.

Δεν μου μιλάει, δεν του μιλάω, και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο! “Τι κάνεις;” τον ρωτάω. “Θα πεθάνεις εδώ πάνω” απάντησε σοβαρός και συνέχισε τη δουλειά.

Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μεσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό, μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω… Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε.

Πήγα στη διοίκηση και λέω: “Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε”. Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας.

O Γρηγόρης Γρηγορίου, είπε:

Tότε, ό,τι ήταν άτυχο για την Eλλάδα ήταν τυχερό για το σινεμά… O Bέγγος έτρεχε να προλάβει. Γελούσε με το άγχος, έκλαιγε με το άγχος. Ήταν νευρωσικός με τη σκόνη. Θυμάμαι που ξεσκόνιζε συνεχώς το γραφείο του Kαρατζόπουλου.

O γιος του Bασίλης Bέγγος, είπε:

Ο πατέρας δεν είναι άνθρωπος που θα μας φωνάξει να πει ιστορίες παλιές. Έχει ένα “υπόγειο” χιούμορ. Αλλά πολλές φορές είναι σκυθρωπός, κάτι που είναι λογικό αφού έχει εξαντληθεί δίνοντας όλο του τον εαυτό στη σκηνή.

O Σάββας Παυλίδης, δημιουργός της ανεπίσημης ιστοσελίδας του Θανάση Bέγγου, είπε:

Ο Βέγγος ήταν ο ίδιος ο Έλληνας της μεταπολίτευσης που πήρε ένα καρβέλι ψωμί στην τσέπη και έφυγε μετανάστης. Ο Έλληνας που χρωστάει, που αλλάζει χίλιες δουλειές και τρέχει από δω και από κει για να επιβιώσει. Ο Έλληνας που τρώει τη σφαλιάρα αλλά μετά σηκώνεται και χορεύει και γλεντάει. Ο Βέγγος ήταν η μετενσάρκωση του Καραγκιόζη.