18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1826!Η μάχη της Αράχωβας: Μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές νίκες

Η μάχη της Αράχωβας

Οι Τουρκαλβανοί κινήθηκαν προς την Αράχωβα από δύο κατευθύνσεις. Το πεζικό, προχώρησε από μια στενή οδό που συνδέει τη μονή της Ιερουσαλήμ με την κωμόπολη. Το ιππικό, προχώρησε μέσα απ’ το Ζεμενό, απ’ όπου διέρχεται η Σχιστή Οδός της αρχαιότητας. Μόλις ο Καραϊσκάκης πληροφορήθηκε την πορεία τους, έστειλε τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο για να τους φράξει τον δρόμο απ’ τα ανατολικά προς το Ζεμενό.

Για 3 ώρες περίπου Έλληνες και Τουρκαλβανοί συγκρούονταν στην Αράχωβα. Υποχωρώντας προς τα δυτικά οι τελευταίοι, έπεσαν πάνω στους άνδρες των Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Γιαννούση. Το ευφυές σχέδιο του Καραϊσκάκη να περικυκλώσει τους εχθρούς, είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Μοναδική διέξοδος των Τουρκαλβανών, ήταν ο δρόμος προς τον Παρνασσό.
Έτσι, ο Μουστάμπεης εγκατέστησε τις δυνάμεις του σε δύο υψώματα κοντά στην Αράχωβα και καθώς ο Καραϊσκάκης πλησίαζε προς την κωμόπολη, έστειλε εναντίον του 500 άνδρες.

Παράλληλα, διέταξε 50 ιππείς, να προωθηθούν στο ύψωμα Καϋμένος Σταυρός, ανατολικά της Αράχωβας, για να παρακολουθεί και ν’ αναφέρει τις κινήσεις των ανδρών του Καραϊσκάκη.
Ο Καραϊσκάκης πλησιάζοντας προς την Αράχωβα, έστειλε 300 άνδρες με επικεφαλής τους Γιώτη Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και Χριστόφορο Περραιβό να καταλάβουν τα υψώματα της διάβασης Ζερβοσπηλιές, στην οδό πηγές Μάνας – Αράχωβα, ενώ ο ίδιος θα έκανε επίθεση κατά μέτωπο, με σκοπό να εξοντώσει τους εχθρούς που είχαν μείνει στην Αράχωβα.

053.tif

Οι άνδρες του Καραϊσκάκη, έδιωξαν τους 50 ιππείς από το ύψωμα Καϋμένος Σταυρός και τους ανάγκασαν να καταφύγουν στην οχυρωμένη τοποθεσία του Μουστάμπεη. Καθώς προχωρούσαν όμως οι Έλληνες, δέχτηκαν επίθεση από 500 Τουρκαλβανούς και μέσα σε 15 λεπτά διασκορπίστηκαν.

Την κατάσταση έσωσε η παρέμβαση των Σουλιωτών, με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Ζήκου Τζαβέλα και Γιαννούση Πανομάρα, που συγκράτησαν την ορμητική επίθεση των Τουρκαλβανών και τους έτρεψαν σε φυγή, σκοτώνοντας μάλιστα τον αρχηγό τους Οσμάν Αγά. Αλλά και οι Δαγκλής, Ζέρβας και Περραιβός, επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του Μουστάμπεη, αναγκάζοντάς τους να συμπτυχθούν.

Αμέσως μετά την αναδίπλωση των Τουρκαλβανών, ο Καραϊσκάκης με τους άνδρες του μπήκε στην Αράχωβα και εγκατέστησε το στρατηγείο του στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Μετά από μια θερμή προσευχή, διέταξε τη βελτίωση των θέσεων μάχης και τον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας διαφυγής των εχθρών.

Εκείνες τις ώρες, οι Έλληνες βρήκαν κι έναν απρόσμενο σύμμαχο. Μια σφοδρή κακοκαιρία! Ο πολύ καλός καιρός που επικρατούσε ως τότε, μετατράπηκε σε χιονιά! Οι Τουρκαλβανοί αποκλεισμένοι, πέρασαν την παγερή νύχτα τρέμοντας από το κρύο και έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν τις σφοδρές χιονοπτώσεις. Οι Έλληνες, χρησιμοποιούσαν ως καταλύματα τα σπίτια των Αραχωβιτών επιστρέφοντας εκ περιτροπής στις θέσεις μάχης. Λόγω της ζέστης από τα’ αναμμένα τζάκια στα σπίτια και της κατανάλωσης κρασιού, οι περισσότεροι δεν γύριζαν στα ταμπούρια! Κι οι λιγοστοί που είχαν απόλυτη συναίσθηση του καθήκοντος, αδυνατούσαν να μείνουν για πολύ στις σκοπιές λόγω του τσουχτερού κρύου.

Μόνο ο Καραϊσκάκης άγρυπνος, προσπαθούσε να συμμαζέψει την κατάσταση, Οι Τουρκαλβανοί φοβήθηκαν να επιτεθούν, αν και έβλεπαν τις άδειες σκοπιές, γιατί νόμιζαν ότι οι Έλληνες ετοιμάζουν κάποιον αιφνιδιασμό. Ούτε να συνθηκολογήσουν όμως αποφάσισαν, προσδοκώντας βοήθεια από τον Κιουταχή. Η βοήθεια στάλθηκε από τον Κιουταχή αλλά δεν έφτασε ποτέ στον Μουστάμπεη. 800 (κατ’ άλλους 1.500) Τούρκοι με επικεφαλής τον Αβδουλάχ μπέη, εγκλωβίστηκαν από οπλαρχηγούς που είχε στείλει ο Καραϊσκάκης στη διάβαση του Ζεμενού. 100 νεκροί και 80 υποζύγια με τρόφιμα και πυρομαχικά, που έπεσαν σε ελληνικά χέρια, ήταν οι απώλειες των Τούρκων. Οι υπόλοιποι, τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Μόλις πληροφορήθηκε την εξέλιξη αυτή, ο Μουστάμπεης ζήτησε να συνθηκολογήσει.

Οι στρατιώτες του, έκαιγαν τα σαμάρια και τις σέλες των υποζυγίων τους για να ζεσταθούν, ενώ πολλοί είχαν αρχίσει να εμφανίζουν, από το δριμύ ψύχος και το χιόνι, σημάδια κρυοπαγημάτων σε χέρια και πόδια.

Οι όροι των Ελλήνων, δεν έγιναν δεκτοί από τον Μουστάμπεη και σε δύο ώρες περίπου, οι εγκλωβισμένοι Τουρκαλβανοί επιχείρησαν μια απέλπιδα προσπάθεια διαφυγής. Ήταν η νύχτα της 23ης προς 24η Νοεμβρίου. Ο Μουστάμπεης, μπροστάρης στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, τραυματίστηκε θανάσιμα από μια ελληνική βολίδα στο μέτωπο. Κατά μία εκδοχή αυτός που τον πυροβόλησε ήταν ο Αραχωβίτης αγωνιστής Στεργίου ή Στέργιος. Προαισθανόμενος το τέλος ο Μουστάμπεης, ζήτησε από τον αδελφό του Καριοφίλμπεη να του κόψει το κεφάλι και να το πάρει μαζί του κατά την εξόρμηση, για να μην τον αποκεφαλίσουν νεκρό οι Έλληνες και ατιμαστεί. Έπειτα απ’ αυτό, το εγχείρημα της εξόρμησης ματαιώθηκε και οι επικεφαλής των Τουρκαλβανών, που απέκρυψαν τον θάνατο του Μουστάμπεη, ζήτησαν εκ νέου συνθηκολόγηση, με μόνο όρο να φύγουν έχοντας μαζί τους όσα χρήματα υπήρχαν στα «κεμέρια» τους (κεμέρι: δερμάτινη ζώνη όπου φύλαγαν παλαιότερα τα χρήματά τους, συνήθως οι χωρικοί).

Και πάλι όμως οι διαπραγματεύσεις δεν προχωρούσαν, καθώς οι Έλληνες ζητούσαν και την παράδοση των Σαλώνων και της Λιβαδειάς. Γύρω στις 01.00, ο καιρός επιδεινώθηκε περισσότερο. Φυσούσαν παγωμένοι άνεμοι και χιόνιζε ασταμάτητα. Περίπου στις 04.00, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες ζεσταίνονταν στα σπίτια της Αράχωβας, 700 Γκέκηδες, χωρίς να ενημερώσουν τους υπόλοιπους, ξεκίνησαν να φεύγουν άτακτα, προκαλώντας σύγχυση και ταραχή στο στρατόπεδο των Τουρκαλβανών.

Βλέποντας όλα αυτά, οι Έλληνες άρχισαν να καταδιώκουν με μανία τους φυγάδες.

Το χιόνι βάφτηκε κόκκινο…

Έβγαλαν τα σπαθιά από τα θηκάρια και τα μαχαίρια, καθώς τα ντουφέκια είχαν αχρηστευτεί από το χιόνι και έσφαζαν όσους Τουρκαλβανούς μπορούσαν. Εκατοντάδες εχθροί άφησαν την τελευταία τους πνοή στη χιονισμένη Αράχωβα.

Παρά τη μανία των Ελλήνων, το κρύο ήταν τόσο δριμύ που δεν κατάφεραν να συνεχίσουν την καταδίωξη, πέρα από τις τελευταίες πλαγιές του Παρνασσού. 1.200 Τουρκαλβανοί, έφτασαν κατάκοποι στην κορυφή του βουνού. Από εκεί, έπρεπε να περπατήσουν άλλες 4 ώρες για να φτάσουν στη μονή Ιερουσαλήμ, κοντά στη Δαύλεια. Στην «πορεία του θανάτου», όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο Νίκος Γιαννόπουλος, οι περισσότεροι έχασαν τη ζωή τους από τα τραύματα, την κούραση και τις χιονοστιβάδες. Μόνο 200, κι αυτοί με κρυοπαγήματα, έφτασαν στη μονή της Ιερουσαλήμ. Την άνοιξη του 1827, όταν έλιωσαν τα χιόνια στον Παρνασσό, οι ντόπιοι ανακάλυπταν τις παγωμένες σορούς των Τουρκαλβανών…

Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Περραιβού: «Ολιγότατοι σχεδόν έμειναν αβλαβείς, διότι των μεν αι πόδες, των δε οι χείρες, άλλων οι οφθαλμοί και ετέρων οι ρίνες υπέφεραν ακρωτηριασμούς».

Αλλά και ο Γουσταύος Χέρτσβεργ, είναι εξίσου παραστατικός: «Ότι δε οι Τούρκοι κατά τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου (εννοεί με το νέο ημερολόγιο), τόλμησαν να ζητήσωσι διέξοδο δια των φαράγγων του Παρνασσού εις το παρά την Δαυλίδα μοναστήριον Ιερουσαλήμ, ο στρατός αυτών και αυτοί οι αρχηγοί απώλοντο οικτρώς εν ταις αποκρήμνοις ατραποίς , εν μέσω βαθείας χιόνος και υπό τα ξίφη των καταδιωκόντων αυτούς Ελλήνων».

Την επόμενη μέρα ο Καραϊσκάκης, ακολούθησε τη διαδρομή των Τουρκαλβανών προς τη μονή της Ιερουσαλήμ. Σύντομα κατάλαβε τι είχε συμβεί και επέστρεψε στην Αράχωβα. Δακρυσμένος προσευχήθηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ευχαριστώντας τον Θεό.

Οι ελληνικές απώλειες στη μάχη της Αράχωβας ήταν πολύ μικρές.8 νεκροί και 9 τραυματίες.

Το μακάβριο τρόπαιο

Στη μάχη της Αράχωβας, σκοτώθηκαν επίσης ο Καριοφίλμπεης και ο κεχαγιάς του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης, διέταξε να υψωθεί πυραμίδα με 300 κομμένα κεφάλια έξω από την Αράχωβα, σε ένα λόφο που φαίνεται κι από τους Δελφούς.

Στην πυραμίδα κατά τον Περραιβό, τοποθέτησε γλυπτή επιγραφή, όπου αναγράφονταν τα εξής: «ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΑΝΕΓΕΡΘΕΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1826 ΕΤΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 24. ΕΝ ΑΡΑΧΩΒΑ».

Ο Αινιάν χαρακτηρίζει την πράξη «λείψανον της βαρβαρότητας των ηθών».

Πολλοί ιστορικοί επικρίνουν τον Καραϊσκάκη για την ενέργειά του αυτή.

Ας μην ξεχνάμε όμως τις τουρκικές θηριωδίες στο Μεσολόγγι που ήταν ακόμα νωπές και τις μακάβριες αποστολές κεφαλιών και αφτιών Ελλήνων από τον Ιμπραήμ και τον Κιουταχή στην Κωνσταντινούπολη…

Η νίκη της Αράχωβας ήταν πολύ σημαντική. «Ημέραν αναστάσεως της προ μικρού πεσούσης Στερεάς Ελλάδος», τη χαρακτηρίζει ο Παπαρρηγόπουλος.

Η νίκη αυτή γιορτάστηκε σε όλη την Ελλάδα και στην Αίγινα όπου βρισκόταν η κυβέρνηση τελέστηκε δοξολογία και ο Σπυρίδων Τρικούπης εκφώνησε πανηγυρικό λόγο στον οποίο έπλεξε το εγκώμιο του Καραϊσκάκη, στον οποίο άλλωστε οφεολόταν ο ελληνικός θρίαμβος…